Το μέρος που δεν κατοικώ
Σε κοιτάζω
και υπάρχει αυτή η παράξενη αίσθηση
πως κάτι έχει ήδη συμβεί.
Σαν να άργησα σε ένα σπίτι
που κάποιος είχε χτίσει για μένα.
Έχεις τη σιωπή που αναζητώ.
Το χέρι που μένει.
Τον ήλιο για τη δική μου καταιγίδα.
Κι όμως,
κάτι μέσα μου στέκεται ακόμη στο κατώφλι.
Νοσταλγώ τη βροχή.
Σε πλησιάζω με τρυφερότητα,
μα όχι με εκείνη τη μικρή παράνοια
που κάνει έναν άνθρωπο ουρανό.
Δεν είναι πως δεν σε αγαπώ.
Σε αγαπώ με έναν τρόπο σχεδόν άδικο.
Σε φαντάζομαι γυμνό,
η ανάσα σου, ανάσα μου,
ο ιδρώτας σου στα χείλη μου.
Μα δε με καίει.
Ο έρωτας δε με κοιτάζει,
θα ‘ταν εύκολο,
ασφαλές.
Η φωτιά στη σιωπή,
δεν θα υπάρξει.
Θέλει χάος, φωνή,
κι εγώ να καώ μαζί της.
Και αναρωτιέμαι:
μήπως η καρδιά μου έμαθε
να αναγνωρίζει μόνο όσα χάνονται;
Μήπως εκεί που υπάρχει γαλήνη
εγώ ακούω μόνο σιωπή;
Γιατί εσύ μοιάζεις με προορισμό.
Κι εγώ, ανεξήγητα,
μένω ακόμη ταξίδι.
-Άρης