Στον κήπο
-
Απορώ συχνά
γιατί οι πεταλούδες με πλησιάζουν.
Λένε πως αγαπούν το φως.
Εκείνους που κουβαλούν μέσα τους
μια αδιόρατη άνοιξη,
που αφήνουν πίσω τους
την ευωδία ενός λουλουδιού.
Δεν ξέρω αν είμαι φως
ή αν απλώς έμαθα να στέκομαι
εκεί όπου πέφτει.
Ίσως οι πεταλούδες
να μην ψάχνουν το φως.
Ίσως ψάχνουν το κουκούλι.
Διότι πριν γίνουν φτερωτές υπάρξεις,
πριν ενδυθούν τα θαυμαστά τους χρώματα,
υπήρξαν σιωπή.
Ίσως δεν έρχονται επειδή είμαι άνθος.
Ίσως βλέπουν μέσα μου
εκείνο το κρυφό περίβλημα
που φυλάει όσα δεν τόλμησα.
Εκείνο το μέρος της ψυχής
όπου κατοικεί η οργή,
η απέχθεια,
οι ανείπωτοι λογισμοί,
που κανείς δεν ομολογεί.
Ίσως έρχονται επειδή γνωρίζουν
πως κάτω από τα αγκάθια
δύναται να φυτρώσει κάτι ωραίο.
Κι ίσως γι’ αυτό με διαλέγουν.
Όχι επειδή είμαι άνθος.
Αλλά επειδή έχω ακόμα μέσα μου
κάτι που δεν άνθισε.
Κάτι σκοτεινό,
κάτι που θυμώνει,
κάτι που μισεί τον κόσμο
και παρ’ όλα αυτά
δεν παύει να τον κοιτάζει.
Οι πεταλούδες αγαπούν μια υπόσχεση
πως η ζωή μπορεί να είναι όμορφη.
Γι’ αυτό απορώ ακόμα.
Γιατί με διαλέγουν οι πεταλούδες;
Δεν είμαι βέβαιος πως είμαι φως.
Ίσως απλώς κουβαλώ αρκετό σκοτάδι
ώστε να μπορούν να το αναγνωρίσουν.
-Άρης