Μεσσήνα
-
Πετάω ψηλά,
πετάω ψηλά,
μα δεν σε φτάνω.
Βγάζω φτερά,
βγάζω φτερά
για ν’ ανασάνω.
Τι δροσερά,
τι δροσερά
όλα εδώ πάνω.
Είναι αργά,
πολύ αργά·
μη σε κουράζω.
Ο νους αέναα γυρίζει
σαν φορτίο
μες στους θαλάμους
ενός τρελού ψυχιατρείου.
Μία γυναίκα
με κοιτάει και γελάει·
είναι το τσίρκο
διαρκώς που την τραβάει.
Έχει το κόκκινο κραγιόν της
σαν βιτρίνα·
πάνω στο μπράτσο της
χαράζεται η Μεσσήνα.
Θυμάται·
κι απ’ τις στάχτες
χτίζονται σπίτια,
και το μπαλόνι
απ’ το παράθυρο πηδάει.
Μην περιμένεις
να ’ρθει η Χίμαιρα
για να σε φάει.
-Κάθυ