Τέλος πάντων και αρχή κάποιων.
Κάθε νέα αρχή έχω την άκριτη ανάγκη να αφήσω πίσω μου τα πάντα, να ξεχάσω ονόματα, εμπειρίες, εκείνες τις τελευταίες διακοπές με το παλιό ψυγειάκι και το Άουρις μου.
Ξύπνησα για άλλη μία φορά ακόμα ζαλισμένος από όσα ήπια εχθές, το δωμάτιο δεν είναι γνώριμο και εγώ εδώ και καιρό είμαι κάποιος που δεν αναγνωρίζω ακριβώς.
Ποιό ήταν αυτό; Το 6ο-7ο ραντεβού αυτόν τον μήνα; Ποιό ήταν το αγαπημένο της χρώμα, τι μουσική άκουγε και ποιά ήταν τα όνειρα της; Μάλλον θα μου τα είπε εχθές αλλά δεν φαίνεται να τα συγκράτησα. Συγκράτησα πως τα μάτια της ήταν γλυκά και το χαμόγελο της πλατύ και όμορφο. Για την ώρα, το μόνο που βλέπω είναι είναι η άσπιλη πλάτη της και τα καστανόξανθα μαλλιά της.
Πολλές φορές ανάμεσα στον 3ο και 4ο Παπανικολή θυμάμαι να φεύγω από μία εφημερία ενώ ακόμα δεν ήθελες να μου μιλήσεις, θυμάμαι να οδηγάω κανένα δίωρο με σκοπό να πάνε τα πράγματα καλύτερα και να καταλήγουμε να κλαίμε μαζί μέσα στο αμάξι και να μη ξαναμιλάμε, η έστω έτσι θα ήλπιζα και θα ευχόμουν, αλλά ύστερα, δεν θυμάμαι κάτι άλλο.
Μπροστά μου η κοπέλα είναι όμορφη, θέλει να ακούσει όσα έχω να πω και παραδόξως της αρέσω την ώρα που δεν αρέσω εγώ στον εαυτό μου. Γελάει με τα κάκιστα αστεία μου και με κάνει να νιώθω όμορφα, άραγε για αυτό να ήρθα; Δεν είναι πως έχω να νιώσω όμορφα καιρό αλλά το ψάχνω συχνά, με πιάνω να το αναζητώ. Ξέρω πως τη θέλω. Τη θέλω δική μου και αυτή είναι η μόνη αλήθεια που μετράει αυτή τη στιγμή. Δεν θα πω ψέμματα, δεν θα της πουλήσω πως είναι η γυναίκα της ζωής μου όπως πίστευα πως είσαι εσύ.
Τώρα, κοίτα που φτάσαμε, δεν θυμάμαι καν τον ήχο της φωνής σου, δεν θυμάμαι τα μικρά αυλάκια στις άκρες των χειλιών σου όταν γέλαγες με τη καρδιά σου και έχω ξεχάσει πως με έκανες να νιώθω όταν με κοιτούσες με αυτά τα μεγάλα και καθαρά σου μάτια.
Αφού ήπιαμε τον καφέ μας, χαθήκαμε σε ιστορίες περί ανέμων και υδάτων, μιλήσαμε για τα ταξίδια μας, μου μίλησε για τους φίλους της και για το ότι καιρό είχε να κάνει "τόσο καλό σεξ". Συγκρίναμε πρώην αλλά εσένα σε προσπέρασα. Μου πρότεινε αν θέλω να βγούμε με τη παρέα της αλλά αντί να απαντήσω τη φίλησα και πέσαμε στα σκεπάσματα λες και τα σώματά μας δεν άντεχαν το ένα μακριά από το άλλο. Ξάπλωσε στο στήθος μου, έπαιζε με τις μπούκλες στα μαλλιά μου και μου είπε πως δεν ήθελε να φύγω.
Αύτο εσύ δεν μου το είπες ποτέ.
Σηκώθηκα, ντύθηκα, κατέβηκα στον στενό δρόμο μπροστά απο το διαμέρισμα και μπήκα στο Άουρις. Έβαλα να παίζει Παυλίδης και πρόσεξα ότι έμεινε πάνω μου το άρωμα της, μπορεί να μη θυμάμαι το δικό σου αλλά σίγουρα δεν ήταν αυτο. Ήταν ακόμα ζεστός ο καιρός, οπότε άφησα το χέρι μου έξω απο το παράθυρο και κίνησα για σπίτι.
Της τηλεφώνησα νομίζω μερικές ημέρες μετά αλλά το σήκωσε μία αντρική φωνή, μάλλον ούτε εγω ήμουν ο άντρας της ζωής της.
Ίσως στο επόμενο ραντεβού, στον επόμενο Παπανικολή να το βρω...να το βρω;
Τι ψάχνω;