Τα Χρόνια Μετά τα Καλύτερά μου Χρόνια. Κεφάλαιο 9
-Πάλι εσύ;
-Πάλι εγώ.
-Τι γυρεύεις εδώ πάλι;
-Μη με σκας και έχω χρόνια να σε δω, από τη Μαρίνα.
-Δεν θες να θυμάσαι τη Μαρίνα, οπότε μη την αναφέρεις.
-Δεν είναι αυτό το πρόβλημα και το ξέρεις. Νομίζω κάτι έγινε το βράδυ και κάπως έτσι κατέληξα μαζί σου.
-Αμέ, πως δεν έγινε. Έχει και όνομα αυτό που έγινε, Σάρα.
-Η μπάργουμαν.
-Ω επιτέλους, ο αλκοολικός και καταθλιπτικός εαυτός μου δεν έχει χάσει την ικανότητα να θυμάται τουλάχιστον. Τα λέγατε για ώρες, της είπες για τα ταξίδια σου, για τους φίλους σου. Σου είπε πως έχει χάσει τον πατέρα της, πως είναι από μακριά,πως είχε εδώ την αδερφή της και πως ήρθε για να ξεφύγει, τεκίλα στη τεκίλα.
-Ναι και μετά..
-Μετά σαν μεγάλος και ηρωικός σωτήρας ήθελες να γίνεις η άγκυρά της και να τη φροντίσεις και να τη προστατεύσεις, λες και εσένα περίμενε. Εγωιστικό γουρούνι.
-Δεν το έκανα για κακό, δεν ήθελα να το παίξω..
-Δεν ήθελες αλλά το έκανες. Εκείνη αφέθηκε και προσφέρθηκες να τη πας σπίτι αφού το μαγαζί το κλείσατε μαζί. Σου είπε πως σήμερα δεν θέλει να γυρίσει σε εκείνο το σπίτι μόνη της. Δεν σκέφτηκες. Πάλι δεν σκέφτηκες.
-Τι να σκεφτώ;
-Ποιόν να σώσεις, εσύ, που ούτε τον εαυτό σου δεν μπορείς να βοηθήσεις;
-Δεν είναι έτσι, προσπαθώ.
-Περίεργος τρόπος να προσπαθείς. Σήκω τώρα, σε λίγο θα ξυπνήσει και εκείνη.
Τα μάτια μου ήταν ακόμα κλειστά αλλά υπήρχε μια μυρωδιά, ταμπάκο, καφές και πορτοκάλι; Άνοιξα τα μάτια μου αργά και τα μακριά μαύρα μαλλιά της ήταν μπροστά μου, ανάκατα και μπλεγμένα όπως και το σώμα της στην αγκαλιά μου. Το σπίτι το ήξερα, ήταν το διαμέρισμα μου. Πήρα μία ανάσα και πολύ προσεκτικά σηκώθηκα από το κρεβάτι. Πήγα, έκανα ένα ντουζ και έσυρα να φτιάξω καφέ. Πάνω από το μπρίκι κατάλαβα πως δεν ήξερα καν πως πίνει τον καφέ της. Σήκωσα τη ζάχαρη και εκείνη τη στιγμή άκουσα πάλι εκείνη την όμορφη φωνή, νυσταγμένη και τραχιά,
-Όχι ζάχαρη για εμένα, τον πίνω σκέτο.
Ήταν οπτασία. Το λευκό της δέρμα, τα μπερδεμένα μαλλιά και μία μπλούζα μου από μία συναυλία των Monkeys που είχα πάρει χρόνια πριν.
-Και εγώ σκέτο τον πίνω.
-Τότε γιατί έχεις ζάχαρη;
-Αν έρθει κανένας άνθρωπος και χρειαστεί.
-Χαχα, ό,τι περίμενα να ακούσω ακριβώς. Έχει λίγο νερό και για εμένα;
-Ναι, εννοείται, σου έχω βγάλει και ξεχωριστές πετσέτες αν με σιχαίνεσαι η οτιδήποτε. Τρως κάτι για πρωινό;
-Θα προτιμούσα εσένα.
Ήρθε κοντά, με άγγιξε στο μάγουλο και πήγε προς το μπάνιο. Η Μέριλυν ξεπρόβαλλε και της νιαούρισε από κάπου λες και τη καλημέριζε. Εκείνη γέλασε γλυκά, της είπε καλημέρα και έκλεισε τη πόρτα του μπάνιου.
Κάθησα στον παλιό καναπέ, μπροστά μου ένα τραπέζι με ξύλινο περίβλημα και γυαλί στη μέση, παραδίπλα είχα ένα μικρό σκαμπό, πάνω σε αυτό ήταν το πικάπ και από κάτω οι δίσκοι μου. Έβαλα το Dark Side of the Moon από Pink Floyd και το Speak to Me ξεκίνησε αργά και μελωδικά πιά μπήκε το Breathe. Το άγχος μου ξεκίνησε να χτίζεται και σκεφτόμουν τι θα της έλεγα όταν ερχόταν πίσω; Θα ήθελε να φύγει, θα έπρεπε να είμαι άνετος, να προσέχω να μη τη προσβάλλω. Οι σκέψεις έτρεχαν και η Μέριλύν κατάλαβε πως αγχωνόμουν. Ήρθε κοντά και πήδηξε στα πόδια μου, χάιδεψα τα αυτιά της και το πηγούνι της, πριν το καταλάβω, η Σάρα ήταν δίπλα μου και το χέρι της ήταν στη ράχη της Μέριλυν ενώ ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου.
-Ευχαριστώ για εχθές, και για σήμερα. Συγγνώμη που έχω φορτωθεί έτσι, να φύγω;
-Κάτσε, δεν έχεις πιεί γουλιά από τον καφέ σου. Ακούς τέτοια μουσική ή να το αλλάξω;
-Η αλήθεια είναι πως ακούω μόνο σκυλάδικα στον ελεύθερο μου χρόνο και κάπως τα βαριέμαι αυτά.
-Ε;
-Χαχαχα μη ψαρώνεις σε πειράζω! Λατρεύω Floyd, όταν ήμουν μικρή ήθελα να γίνω η Blondie αλλα βγήκα πιο πολύ Amy Lee.
-Χαχαχα σου πάει! Θα πέθαινα να σε δω και Blondie πάντως!
-Έλα σταμάτα!
Έβαλε το χέρι της στο πρόσωπο μου και με κοίταξε με εκείνα τα καφεπράσινα μάτια. Με φίλησε και δεν ήταν ζόρικο, δεν ήταν ζορισμένο, δεν ήταν προμελετημένο, ήταν απλά αυτό που ήταν. Απλό και όμορφο.
-Σάρα, δεν είμαι πολύ καλός σε όλο αυτό.
-Μία χαρά μου φαίνεσαι εμένα. Άλλωστε με συμπαθεί η μικρή από εδώ, πως θα μας στερήσεις το να ξαναβρεθούμε;
-Σίγουρα δεν θέλω να το στερήσω αυτό, ούτε από εκείνη, ούτε από εμένα.
-Απλά πρέπει να σου πω κάτι πριν συνεχίσει όλο αυτό. Έχω κάτι πίσω στη Θεσσαλονίκη, κάποιον.
Μας γάμησες τη ψυχή τώρα.
-Τι εννοείς;
-Μη φρικάρεις. Είναι κάποιος από το παρελθόν και απλά υπάρχει κάτι on-off.
- Κοίτα Σάρα, δεν μπλέκω με αυτά, ούτε σε αυτά.
Σηκώθηκα και πήγα προς το δωμάτιο.
-Άραξε να πιούμε τον καφέ μας, θα πρέπει να πάω από το νοσοκομείο αργότερα. Θέλω να σε ξαναδώ αλλά αν έχεις κάτι θα ήθελα να σε ξαναδώ μόνο φιλικά.
-Τζο, δεν καταλαβαίνεις, δεν είναι κάτι..
-Για να το αναφέρεις με αυτό το τρόπο, κάτι είναι. Κατάλαβε το, ζήσ’το, λύσ’το μέσα σου και μετά θα το ξανασυζητήσουμε.
-Μου θύμωσες;
-Δεν σε ξέρω τόσο καλά ακόμα ώστε να σου θυμώσω, σίγουρα θα σε μάθω παραπάνω και σίγουρα θα τα ξαναπούμε στο μπαρ. Πάμε;
Εκείνη τη μέρα δεν θυμάμαι να θυμώνω, θυμάμαι να νοιώθω την απογοήτευση σαν κάτι συνηθισμένο. Η Σάρα δεν επικοινώνησε μαζί μου για μέρες και απλά σκέφτηκα πως είχε διαλέξει έναν δρόμο ο οποίος δεν περνούσε από εμένα.
-Γιατρέ, τι ραφή να φέρω;
-Corolene 4, θα είμαστε σωστοί και προσεκτικοί με τον φίλο μας εδώ, άλλωστε θα γίνει στάρ του ποδοσφαίρου μία μέρα και πρέπει να μας θυμάται.
Ο φίλος μου ήταν ο Κωστάκης, 8 ετών που τον έφερε η μαμά του αφού έσκισε το γόνατο του ενώ γινόταν ο επόμενος Λιονέλ στα ματς της τοπικής σχολικής ομάδας ποδοσφαίρου. Ο Κωστάκης κρατούσε τα δάκρυά του πίσω,
-Δεν θα πονέσω;
-Τι να πονέσεις αγόρι μου, πονάνε τα παλικάρια;
-Μαμά; Να κοιτάω;
-Κοίτα βρε, δεν θα νοιώσεις τίποτα, άκου τον θείο Τζο!
Ο μικρός με κοιτούσε με κάθε κίνηση και με κάθε ραφή που του έκανα. Θυμάμαι τα μάτια του να γυαλίζουν και να χασκογελάει κάθε φορά που καταλάβαινε ό,τι δεν ένοιωθε τον πόνο. Με ρώτησε για τα σγουρά μαλλιά και τα τατουάζ μου. Του υποσχέθηκα να τον αφήσω να τα ζωγραφίσει στο τέλος. Δεν είχα άλλα επείγοντα και πήρα τον χρόνο μου ώστε να είμαι όσο πιο προσεκτικός μπορώ, βλέπετε πάντα ήθελα να νοιώθουν ασφάλεια στα χέρια μου. Η μητέρα του ξαφνικά μου είπε,
-Γιατρέ, είναι έξω η αδερφή μου, θα πάρει εκείνη τον μικρό γιατί πρέπει να φύγω για τη δουλειά!
-Κανένα πρόβλημα, απλά να έρθει μέσα ώστε να νοιώθει άνετα ο παλίκαρός μας!
-Σάρα, έρχεσαι λίγο μέσα να είσαι με τον Κώστα;
Αποκλείεται.
Η Σάρα μπήκε μέσα, δεν ήταν συνωνυμία, δεν ήταν λάθος. Ήταν εκείνη. Για λίγο σαστίσαμε και οι δύο.
-Καλησπέρα γιατρέ, Κώστα, είσαι καλά;
-Είμαι καλά! Ο θείος Τζο μου φτιάχνει το πόδι και μετά θα βάψω τα τατουάζ του όπως έβαφα και τα δικά σου και όταν μεγαλώσω θα βοηθάω και εγώ και θα ράβω όπως ο Θείος Τζό και δεν θα πονάει κανένας!
Ηρέμησα, χάρηκα, χαμογέλασα και μία σταλιά συγκινήθηκα, τελείωσα τη τελευταία μου ραφή, και κάλυψα το τραύμα.
-Εσύ θα γίνεις καλύτερος από εμένα μικρέ! Αλλά τελικά, τι θα γίνεις; Ποδοσφαιριστής ή γιατρός;
-Το πρωί θα είμαι γιατρός και το απόγευμα θα είμαι ποδοσφαιριστής γιατί όλα τα ματς είναι μετά το μεσημέρι!
Γέλασα, άκουσα και τη Σάρα να γελάει αλλά δεν γύρισα να κοιτάξω.
-Κώστα, πάμε; Γιατρέ τελειώσαμε σωστά;
-Ναι, ναι, είστε έτοιμοι, να πάρει ο μικρός τα φάρμακα που του έγραψα και έδωσα οδηγίες στη μητέρα.
-Θεία Σάρα, δεν πρόλαβα να ζωγραφίσω! Που να πάμε;
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένας τύπος, ψηλός, μου έριχνε σίγουρα δέκα χρόνια. Φορούσε ένα ξεφτισμένο μπλε τζιν και είχε μακριά μούσια με γκριζόμαυρες τρίχες.
-Μωρό μου πάμε; Πόση ώρα ακόμα;
-Πάμε ναι παίρνω τώρα τον μικρό, τελειώσαμε.
Κατάλαβα, ίσως να ήμουν η Πυθεία ή ο Τειρεσίας σε μία προηγούμενη ζωή. Η Σάρα με κοίταξε στα μάτια και έπιασε τον μικρό από το χέρι. Τους χαιρέτισα και υποσχέθηκα να με ζωγραφίσει μία άλλη φορά. Ενώ έφευγαν η Σάρα γύρισε το κεφάλι σαν να είχε κάτι να μου πει αλλά ποτέ δεν το ξεστόμισε. Έκατσα και πήρα την κούπα με τον καφέ. Ήπια μία γερή γουλιά και κοίταξα το κινητό μου.
‘’Μπάμπης΄΄: Σήμερα το βράδυ Εscobar, εγώ, εσύ, Άφρο και Ζωή. Έχουμε να βγούμε μέρες και θέλουμε και κάτι να σας πούμε