Ένας Δημήτρης
Σήμερα θα σας διηγηθώ την ιστορία του πιο περίεργου sex talk που υπήρξε. Και δεν εννοώ ακραία χυδαίες λέξεις ή περιγραφές παράξενων φετίχ, αυτά τα γουστάρουμε που και που. Μιλάω για κάτι άλλο, διαφορετικό... μείνετε συντονισμένες! (ναι, γυναικείος πλυθηντικός για όλους και όλες και όλα, και άμα γουστάρεις, μπρο)
Ήμουν πολύ, πολύ νέα, αρκετά νεότερη από το αλλόκοτο τώρα μου. Τον Δημήτρη τον γνώρισα σε ένα ATM. Ναι, Δημήτρης. Ένας από τους εκατομμύρια στη φτωχομάνα πόλη, ένας από τους πολλούς Δημήτρηδες που γάμησα. Σίγουρα κρατάω το παγκόσμιο ρεκόρ γι’ αυτό:
«Η γυναίκα που γάμησε τους περισσότερους Δημήτρηδες»
Άνοιξη, σχεδόν peak καρκινάκι era, φοράω μπλε σαξ μινι φορεματάκι σε άλφα γραμμή με τιράντες, καφέ σανδάλια με μικρό τακουνάκι (δεν έχω ιδέα γιατί, πλέον δεν φοράω κανένα τακουνάκι, δεν είμαι τρελή, ξυπόλυτη ή παντόφλα, παραμένω καύλα, άνετη και καύλα). Οι μπούκλες αφημένες ανέμελες στη ζέστη του Ιουνίου, boho τσαντούλα στον ώμο που ίσα ίσα χωράει στριφτά και αϊφόου, και τα airpods να παίζουν κάτι απ’ το αγαπημένο μου playlist τότε - PopChillout -, ίσως «Unwritten» ή κανένα «Electric» της Shannon Saunders, ουφ, το απόλυτο walking song!
Ήταν μια μέρα από αυτές τις άκυρες που πας να κάνεις κάτι δουλίτσες εδώ και εκεί και παρά πέρα. Είμαι λοιπόν στο ATM, πάνω πάνω στην Αγίας Σοφίας. Ο τύπος πίσω μου. Τον προσέχω, δεν θα πω ψέμματα. Ωραίο παιδί, ψηλό, ξανθό, με ωραίο μαλλάκι περιποιημένο, μαλακή γενειάδα, όπως μου αρέσουν τα σνακ μου. Μιαμ!
Παίρνω τα μετρητά μου, βάζω τα airpods, γυρνάω να φύγω, του σκάω και ένα χαμόγελο και πιάνω την κατηφόρα... 5, 4, 3, 2, 1...
«Γεια! Έχεις πολύ ωραίο στυλ» σίγουρα φάνηκε λίγο το κωλαράκι από το μίνι τώρα που κατηφόριζα «... σε βλέπω βιαστική, ενοχλώ;»
Μπρο, τώρα έχεις ενοχλήσει ΗΔΗ. Σταμάτησες το χοτ γκερλ γολκ μου. Πες την ατάκα σου να τελειώνουμε, γιατί έξυπνος δεν φαίνεσαι.
«Μπαααα, για ένα καφεδάκι έλεγα να πάω»
«Θες παρέα;»
Αράξαμε σε μια καφετέρια που μ’ άρεζε πολύ, με παλιά έπιπλα, όμορφα δωμάτια, από τα λίγα μέρη που βρίσκω ομορφότερα τον χειμώνα. Ηλιόλουστη μέρα ήταν, χωρίς να ζεστένεσαι πολύ, γλυκιά μέρα.
Τώρα ψέματα πάλι σε εσάς, καυλοφιλαράκια μου, εγώ ΔΕΝ ΛΕΩ. Ούτε που θυμάμαι τι λέγαμε, και ούτε που θυμάμαι άμα με γοήτευσε ή άμα τον γούσταρα εγκεφαλικά. Είχε μια μάπα ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ. Ε, τι να λέμε τώρα. Είχε και ωραία μπράτσα με μερικά κιτς τατουάζ. Καβαλούσε και μηχανή. Μου ρίχνει κι ένα «Είμαι σεφ»... ΕΡΩΤΟΤΟΞΟ ΣΤΟ ΜΟΥΝΙ.
ΗΘΕΛΑ ΒΑΣΙΚΑ ΝΑ ΚΑΘΙΣΩ ΣΤΗ ΜΑΠΑ ΤΟΥ ΝΑ ΜΟΥ ΣΦΙΓΓΕΙ ΤΑ ΜΠΟΥΤΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΜΕ ΓΛΕΙΦΕΙ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΑΠΝΕΕΙ. Ευχαριστώ.
Στο πρώτο μας ραντεβού ήθελε να με πάει στο εστιατόριο όπου δουλεύει. Εγώ κατάλαβα ότι θα πάμε σαν καλεσμένοι; Μαζί; Μου είπε να τον συναντήσω εκεί.
Το first date outfit έπρεπε να πληροί μερικά κριτήρια:
- να μπορώ να ανέβω στη μηχανή
- το μαλλί να χωράει στο κράνος
- όχι πολύ στενό, γιατί ποια ξέρει τι θα με ταΐσει (ελπίζω πούτσα)
- να βγαίνει εύκολα 😉
Έπειτα από προσεκτικούς υπολογισμούς με τη συγκάτοικο, καταλήξαμε σε ένα μαύρο σατέν μάξι φόρεμα, με ανοιχτή πλάτη, δαντέλα στα βυζιά και σχίσιμο στο ένα πόδι. ΚΑΥΛΑ! Μπούκλες αφημένες στο έλεος της Άννας Βίσση.
Παίρνω λεωφορείο, διότι καύλα-ξεκαύλα παραμένω φτωχάλα, φτάνω στο εστιατόριο και τον βλέπω με τη στολή του σεφ. Με βάζει να κάτσω στο μπαρ και πάει μέσα. Μου φέρνει ένα ποτήρι λευκό κρασί και μου περιγράφει τι θα μου μαγειρέψει. ΣΕΞΥ ΑΣ ΦΑΚ.
Ποια νομίζω πως είμαι; Κάθομαι εδώ σταυροπόδι στο ψηλό στουλ, με το κρασάκι μου και το σατέν μου... θα μου μαγειρέψει ο προσωπικός μου σεφ. ΑΥΤΗ Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΑΞΙΖΕΙ!
Μου έφτιαξε ολόκληρο μενού. Και κάθε φορά που έτρωγα μια μπουκιά από το πεντανόστιμο πιάτο που είχα μπροστά μου, με κοιτούσε και τον κοιτούσα. Και ήταν όλο αυτό ένα ερωτικό παιχνίδι. Εγώ γευόμουν το φαγητό του και αυτός ήθελε να γευτεί εμένα.
Το γλυκό το φάγαμε μαζί, από το ίδιο κουτάλι. Καθώς έγλειφα την τελευταία γεύση από το κουτάλι, μου έδωσε τις εξής οδηγίες:
«Βγες έξω να καπνίσεις στο σοκάκι στα αριστερά. Μέχρι να καπνίσεις, εγώ θα πλύνω τα χέρια μου. Όταν έρθω, θέλω να έχεις βγάλει ήδη το εσώρουχό σου. Θέλω να νιώσω με τα δάχτυλά μου πόσο υγρή σε έχω κάνει μόνο με τις γεύσεις μου. Έπειτα είναι η σειρά μου να σε γευτώ.»
Εεεεεε, πόση καύλα ΠΙΑ να χωρέσει η καρδιά μου!
Μην τα πολυλογώ. Μου έφαγε το μουνί στο σοκάκι στα αριστερά. Και μετά σκούπισε το στόμα του με την ποδιά του σεφ.
Ερωτεύτηκα εκατό τοις εκατό! Έτσι είναι ο έρωτας.
Δεύτερο ραντεβού θέλει κάπου να με πάει πάλι. Κάπως νιώθω ότι αποφεύγει το σεξ.
«Μωρέ... μήπως να έρθω σπίτι σου να μου μαγειρέψεις κάτι;»
Είπαμε, όταν θέλω κάτι το παίρνω.
Δεν θέλει, μαλάκες, το αποφεύγει. Κάτι κάτιιιιι μου κρύβει.
Λίγα νάζια και λίγα βρωμόλογα αργότερα, δέχεται.
Μου έφτιαξε μπέργκερ. ΜΑΜ ΜΑΜ ΜΑΜ!
Ξεκινά να μου γλείφει το μουνί, πάω να ανταποδώσω, δεν με αφήνει.
Νευριάζω. Τον σπρώχνω και του ξεκαθαρίζω ΠΟΣΟ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΕ ΓΑΜΗΣΕΙ!
Με είχε στα τέσσερα όταν ξεκίνησε ο χείμαρρος των απόλυτων ερωτολόγων.
«Έτσι θα σε γαμάω και στην εκκλησία. Ναι; Όταν θα σε παντρευτώ. Και θα σου κάνω πέντε παιδια. Ναι ναι; Αγόρι, κορίτσι, κορίτσι, αγόρι, και το πέμπτο εσύ ό,τι θέλεις. Θα σε πάω στη μανούλα μου να σε γνωρίσει. Ναιιιι;»
Πάρτε μια ανάσα, έχει κι άλλο.
Θέλω κάθε «ΝΑΙ;» να το διαβάζετε και να ΒΑΡΙΑΝΑΣΕΝΕΤΕ. ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΓΑΜΟΥΣΕ ΣΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΟΤΑΝ ΤΑ ΕΛΕΓΕ ΑΥΤΑ.
Τι «ναι;» με ρωτάς γαμώ το μπέργκερ σου; ΟΧΙ!
Μετά άρχισε να απαγγέλλει κάτι ποιήματα του Καβάφη.
«Στάσου, φως μου...» μπλα μπλα μπλα «... και στα χείλη μου ορμούνε με μια μόνη σου ματιά, όπως έλεγε ο Καβάφης, πουτάνα μου, ναι;»
Μπρο... τι;
Με γυρνάει, αλλάζει στάση.
«Έτσι να σε κοιτάω στα μάτια, γυναίκα μου. Ένα μονόπετρο θα πάω να πάρω. ΝΑΙ; Θα πάω με τις φίλες σου να το διαλέξουμε. Ναι; Εδώ, σε αυτό το σπίτι, θα ζούμε μαζί.»
Το κοιτάω το σπιτάκι... χάλια ντεκόρ, θέλει χρωματάκι. Τον περίμενα με ανυπομονησία να χύσει. Ήμουν σίγουρη ότι θέλει να χύσει μέσα μου. Εδώ παιδιά θέλει να μου κάνει. Χα!
«Χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη ακρογιαλιά, αν με πίστευες λιγάκι, θα ’ταν όλα αληθινά, χυνωωωωωω ναιιιιιιι»
Έτσι έχυσε. Ναι. Με Μούσχουρη, Χατζιδάκη, έχυσε μέσα στο προφυλακτικό.
Πέντε παιδιά.
Μονόπετρο.
Μανούλα.
Σπίτι.
Καβάφης.
Μούσχουρη.
Δεν ήξερα αν έπρεπε να γελάσω ή να σηκωθώ για χειροκρότημα.
Κατευθείαν στο ντους ο Δημήτρης μας. Φουλ μικροβιοφοβικός, ξέχασα να το αναφέρω.
«Εγώ λέω να πηγαίνω. Θα τα πούμε. ΝΑΙ;»
Του έδωσα άλλη μια ευκαιρία. Κυρίως επειδή την επόμενη μέρα στο μήνυμά του έλεγε
«... συγγνώμη, ξέρω πως στο σεξ κάπως ξεφεύγω, προσπαθώ να το βελτιώσω...»
«Έλα μωρέ, Μήτσο, είναι συναισθηματίας!»
Συγκάτοικος και Μήτσος επικός διάλογος (στο περίπου, έχουν περάσει χρόνια):
«Συγγνώμη, δηλαδή, ο Δημήτρης μας, εδώ εκτελεί δημόσιο έργο. ΠΕΝΤΕ ΠΑΙΔΙΑ!»
«Να καταπολεμήσει την υπογονιμότητα, θέλει το παιδί.»
«Και σε αφήνει να επιλέξεις το φύλο του τελευταίου, ε! Άντρας υπό εξαφάνιση!»
«Στη μανούλα θα σε πάει με ή χωρίς βρακί;»
«Να φτιάξουμε ένα γκρουπ τσατ με τον γαμπρό, λες; Για το μονόπετρο!»
«ΨΕΥΤΙΚΗ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ να το πούμε το γκρουπ τσατ!»
«Από σήμερα ορίζω το «χάρτινο το φεγγαράκι» το απόλυτο soundtrack εκσπερμάτισης. Ευλόγησον.»
Στο τρίτο μας ραντεβού...
ΝΑΙ ΞΑΝΑΒΓΗΚΑ ΜΑΖΙ ΤΟΥ, ΕΙΠΕ ΘΑ ΜΟΥ ΦΤΙΑΞΕΙ ΠΙΤΣΑ! ΑΗ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ ΟΛΟΙ!
Στο τρίτο μας ραντεβού, ενώ έχυνε, μέσα στο προφυλακτικό, στην ίδια εκκλησιαστική στάση, αποφάσισε να απαγγείλει Μαχαιρίτσα.
«Δεν είναι αγάπη, δεν είναι αγάπη αυτό που ζούμε, είναι σου λέω πανικός, ένας μικρός Τιτανικοοοοοοοος»
Τον Λαυρέντη, τον συγχωρεμένο, τον αθάνατο, ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΝ ΠΙΑΝΕΙΣ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΟΥ, ΚΩΛΟΑΝΩΜΑΛΕ!
Ο Μαχαιρίτσας έθεσε τα όρια μου.