Μολών λαβέ
Γιατί δεν φεύγω, ρε φίλε;
Τι με αλυσοδένει εδώ και με έχει καταραστεί το σύμπαν να μη φύγω ποτέ;
Κάθε λεπτό με βασανίζει η ίδια σκέψη: πώς θα ήταν αν έκανα αυτό ακριβώς που κάνω τώρα, αλλά σε άλλη χώρα.
Κάπου που να έχω ελπίδες για μια άνετη ζωή. Όχι πλούτη και μεγαλεία· κάπου με πολιτισμένες υπάρξεις. Και δεν λέω ανθρώπους, γιατί δεν είναι όλοι (Α)νθρωποι.
Δεν είναι η πατρίδα μου για μένα. Με πληγώνει, με ευνουχίζει και κάθε μέρα που περνάει με κάνει να τη μισώ περισσότερο. Φταίω εγώ ή η «δημοκρατία»; Να είσαι είκοσι επτά χρονών, να δουλεύεις σαν σκυλί και να συνειδητοποιείς ότι απλά επιβιώνεις. Ενώ οι «τυχεροί», να αράζουν στα επίχρυσα σαλόνια της μαμάς, να ζουν στη χλιδή του μπαμπά, όλα έτοιμα.
Ούτε βρακί να μη σου περισσεύει για να αλλάξεις. Να είσαι ο καλύτερος φίλος του εαυτού σου.
Κατάθλιψη ή επιβίωση;
Παίρνεις πάντα την απόφαση ότι ναι, θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να φύγω. Θα μάθω όποια γλώσσα χρειαστεί, θα πληρώσω όσο χρειαστεί και για όσο χρειαστεί.
Θέλω να φύγω!
Αλλά δε φεύγω. Πάντα κάτι γίνεται και λες «όχι ακόμα». Αλλά πότε; Τι περιμένω; Γιατί δεν έχω φύγει ήδη; Γιατί ακόμα είμαι εδώ: εδώ που διαφωνώ με όλους και όλα, εδώ που δεν ταιριάζω με κανέναν; Γιατί ακόμα μένω σε αυτή την κοινωνία, που όλοι είναι ξερόλες, φωστήρες με υπερδυνάμεις και θεωρούν δικαίωμά τους να ασχολούνται με τη ζωή μου;
Δεν είναι αυτό το μέλλον μου. Αφού μπορώ να το αλλάξω, δεν είναι αυτό.
Κι αν εδώ κολλάει πλήρως το «θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία», το μέλλον μάλλον μου φωνάζει:
«Μολὼν λαβέ»