Ανολοκλήρωτος έρωτας (Μέρος 1ο)
Καυτά και Αυγουστιάτικα χαίρετε, καυλίνια μου!
Δεν γουστάρω να γράφω γραντζουνοϊστορίες τον Αύγουστο. Τον θεωρώ τον πιο ερωτικό μήνα. Γι’ αυτό αποφάσισα να γράψω για το καλύτερο σεξ της μέχρι τώρα ζωής μου. Γιατί αν δεν είναι αυτή ρομαντική ιστορία, τότε ποια είναι; Αυτή η ιστορία θα γραφτεί σε μορφή παιδικού παραμυθιού, επειδή η πούτσα του ήταν μαγική.
Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε μια σγουρή αμάγευτη γοργόνα, σε μια βρώμικη αγαπησιάρικη πόλη, κάπου στον πέμπτο όροφο (για μένα λέω, χιχι).
Ήτανε μια παλιά άνοιξη, πριν πολλά πολλά χρόνια, όταν η γοργόνα έπινε πολύ, κάπνιζε πολύ και γαμούσε πολύ, πριν βρεθεί να κλαίει σαν αρμαντίλο στο στρογγυλό κόκκινο χαλί της. Εκείνη την άνοιξη, βλέπετε, η καλλονή μαχαιρώθηκε για πρώτη φορά από τον πρώτο ιππότη που κατάφερε να τη μαγέψει. Τότε λοιπόν, κάπου ανάμεσα στον θρήνο, στα στριφτά, στις ξένες πούτσες, και στις ατέλειωτες ανατολές που αγνάντευε απ΄ το μπαλκόνι της... αποφάσισε να βάψει τα μαλλιά της ξανθά.
Κχμ, κχμ.
Εδώ θέλω να πω ότι υπάρχουν ντοκουμέντα απ’ το μελαχρινό μπουκλίνι μου σε όλα τα στάδια της μετατροπής. Υπήρξε πορτοκαλί, καφεκίτρινο, κιτρινοπορτοκαλί. Ξανθό δεν υπήρξε. Υπήρξε μπαλαγίαζ, ανταυγειάζ, κάτι-πανάκριβο-γιαζ, χάιλάιτς, μπλιτς, όχι μπλιτς, ασημόχαρτα, όχι ασημόχαρτα. Υπήρξαν ένα και δύο και τρία κομμωτήρια.
Το μόνο που ξέρω, αγάπες, είναι ότι ΥΠΗΡΞΕ ΣΙΓΟΥΡΑ ΚΑΜΕΝΟ. ΠΟΛΥ ΚΑΜΕΝΟ.
Αλλά, only goddess can judge me (aka Αννουλίνι).
Εκείνο το πληγωμένο καλοκαίρι, με τις πορτοκαλί καμένες μπούκλες της, η γοργόνα επισκέφθηκε ένα όμορφο νησί με τη γοργονο-παρέα της. Στο νησί αυτό περνούσαν όμορφα και γνώρισαν φίλους φίλων και γνωστούς αγνώστους. Ένας όμορφος κοινός θνητός της στεριάς, λοιπόν, τη γοήτευσε, σε μια σύναξη γνωστών φίλων αγνώστων. Ήταν εκεί με τον φίλο του, έναν άλλο στεριανό, ίσως όχι τόσο κοινό. Εκείνος δεν κέρδισε την προσοχή της, παρόλο που έλαμπε. Το ξόρκι του κοινού θνητού, όμως, διήρκησε μόνο μέχρι που η γοργόνα έμαθε πως μια πριγκίπισσα τον περίμενε, πίσω στο σπίτι, μακριά απ’ το νησί αυτό.
Έτσι η γοργόνα, επέστρεψε απ’ το νησί, αγάμητη, πίσω στον πέμπτο όροφο, στις αστικές της πούτσες.
Οι μήνες περνούσαν, οι μπούκλες κόπηκαν ξανά καρέ, η εποχή άλλαζε και έφτασαν Χριστούγεννα.
Ένα βράδυ, θα πήγαινε σε ένα αστικό πάρτυ, μαζί με τη φίλη της, το ξωτικό της φύσης.
(η συγκάτοικος, τόσο χόρτο που κάπνιζε, τι να ήταν η μαλακισμένη: Ξωτικό της φύσης!)
Η γοργόνα, όμως, ήταν καταβεβλημένη, πνιγμένη στην εποχιακή της χειμερινή βαρεμάρα. Λίγη παρακεταμόλη, μερικές τζούρες από το μαγικό ελιξίριο της ξωτικένιας φίλης... έβαλε το μαύρο στενό διαφανές μπλουζάκι της και το ξωτικό την πέταξε μέχρι το σχεδόν φιλικό αυτό πάρτυ.
Καθώς ρουφούσε ατάραχα το κοκτέιλ που της έφτιαξαν, ένα αγόρι την πλησίασε.
«Σε ξέρω εσένα, γοργόνα. Κι εσύ με ξέρεις.», είχε μια σιγουριά αλλόκοτη στο βλέμμα του.
Η γοργόνα δεν τον θυμήθηκε, τον κοιτούσε ώρα και σκεφτόταν: «Έχω εγώ συνουσιαστεί με τον κοινό θνητό αυτόν; Μήπως έχουμε συνάψει κάποια ερωτική πράξη; Μήπως γευτήκαμε προσωπικά ύδατα;»
Της συστήθηκε. Ήταν ο φίλος του στεριανού, σε εκείνο το νησί. Αυτός που έλαμπε αλλά την καλλονή δεν τύφλωσε ποτέ.
Μιλάνε. Πίνουν. Την πειράζει. Την αγγίζει, ύποπτα, αλλά μαλακά. Όσο αδειάζουν τα ποτήρια τους, τόσο γεμίζουν τα σώματά τους με λαχτάρα. Φεύγουν, νωρίς. Την μια στιγμή ερωτεύονται, την άλλη τρώγονται.
Ύστερα το κορίτσι διανύει χιλιόμετρα μέσα στη μικρή της κάμαρη, πέρα δώθε, γυμνή με το στριφτό της, ανήσυχη, ενθουσιασμένη. Το αγόρι αράζει μπρούμυτα στο δικό της κρεβάτι και την παρατηρεί. Για κάτι όμορφο συζητούν ξανά.
Και πάλι μετά, να γεύεται ο ένας τον άλλο.
Ξαφνικά οι ώρες έγιναν άνεμος, και ξημερώθηκαν μαζί στον βυθό της, αγκαλιασμένοι, πνιγμένοι σε ύδατα προσωπικά τους. Το βράδυ αυτό έμοιαζε σαν ένα όμορφο αργό βαλς.
Περνούν οι μέρες, αλλάζει ο χρόνος, δεν γνωρίζονται, δεν συναντιούνται, μα δεν ξεχνούν. Του στέλνει διαδικτυακό γράμμα (aka dm) για καλή χρονιά και εκείνος χαίρεται πολύ και την προσκαλεί στην πόλη του. Και εκείνη πάει και ξαναερωτεύονται και είναι τόσο μαγικό.
Το σπίτι του είναι μεγάλο, παλιό, χωρίς ίντερνετ, χωρίς θέρμανση, μόνο μια σόμπα να ακολουθεί την αθεράπευτα καλοκαιρινή γοργόνα σε κάθε δωμάτιο. Παλιοί σκούροι μπλε καναπέδες, βελούδοι (ίου!!!!!).
Το τελευταίο από τα τρία βράδια τους έμειναν εκεί στην φωλιά του. Έπιναν μπύρες από το περίπτερο. Η σόμπα να κοιτάζει το παλιό του κρεβάτι. Εκείνη με λευκά δαντελωτά εσώρουχα και το Τ shirt του να γδύνεται αργά, χορευτικά, κάπου ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως απ’ τη σόμπα. Αυτός να αυνανίζεται και να τη βλέπει με απέραντη καύλα. Να τον γλείφει παντού, σε μέρη που δεν τον είχαν αγγίζει πιο πριν. Ένα βράδυ με μια πολύ μοναδική ηδονή, μια πολύ ξεχωριστή αίσθηση, που προσδιορίζεται ίσως κάπου ανάμεσα στον έρωτα, την τέχνη του σεξ, την απλή ευχαρίστηση, το ρίσκο, τον αυτοερωτισμό, τον ενθουσιασμό.
Πίσω στον πέμπτο όροφο, στην αγαπησιάρα πόλη.
___________________________________
Αυτή η ιστορία φιλενάδες και φιλενάδοι, θα χωριστεί σε δύο μέρη. Γιατί; Γιατί αυτήν την πούτσα όταν τη ζούσα, την έζησα σε δύο μέρη. Κι έτσι της αξίζει να την αφηγηθώ.
*Εδώ θα ήθελα να παίζει ένα ηχητικό με την απόλυτα ραδιοφωνική φωνή του Άλεξ, «Μείνετε συντονισμένοι με Διφύλλεια και γραντζουνοϊστορίες».
ΚΑΛΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ! ΣΑΣ ΦΙΛΩ!