Είναι 4 το πρωί και εγώ σχεδόν 30.
Έχω ένα βαθύ πρόβλημα με το οτι μεγαλώνω, μα, δεν είμαι μεγάλος.
Ίσως να φταίει που τις προάλλες ήμουν σε ένα Ερασμόπαρτο παράνομος μαζί με μία κάποια Διφύλλεια, 2 εικοσάχρονες φοιτήτριες (εκείνες μας έβαλαν μέσα, χιουτζ ρισπεκτ) και το αγαπημένο μου είδος μπαρ, ένα όπεν μπαρ.
Μέσα στη θολούρα, την δυνατή μουσική, το 4ο ή 5ο ποτό ήταν εκεί η Αφροδίτη που χόρευε σαν να μην υπάρχει αύριο, ο Μπάμπης που τη κοιτούσε και πάντα την έκανε να γελάει με τις χορευτικές του φιγούρες, η Ζωή που ήταν η ψυχή της παρέας και έλεγε ναι σε κάθε τι παράλογο.
Ήμασταν φοιτητές και την επόμενη ημέρα δεν θα πηγαίναμε δουλειά, όχι, την επόμενη ημέρα θα ξυπνούσαμε ο ένας στο σπίτι του άλλου, θα φτιάχναμε καφέ και θα με κορόιδευαν επειδή ερωτεύτηκα 3 φορές σε 2 ώρες. Θα πηγαίναμε σε κάποιο χωμένο μαγαζί για να φάμε και θα κανονίζαμε ένα πάρτυ στο διαμέρισμα μου. Θα φέρναμε κόσμο, ποτά. Θα γινόμασταν χάλια από τις 11 και στη 1 εγώ και ο Μπάμπης θα χορεύαμε, η Ζωή και η Άφρο θα λύνανε ερωτικά άλλων. Στις 3 θα ήμασταν πάλι σε κάποιο μπαρ και εγώ θα ζητούσα δανεικά γιατί ο μήνας έγραφε 12 και τα λεφτά τα είχα ήδη πιεί. Θα γελούσαν, θα με αγκάλιαζαν, θα με στήριζαν για κάθε υπαρκτό, ανύπαρκτο, παράλογο πρόβλημα που είχα, θα με άκουγαν, θα με άντεχαν και δεν θα ένιωθα μόνος μου ποτέ.
Αλλά, είναι 4 και εγώ είμαι σχεδόν 30, σε 3 ώρες δουλεύω και το πάρτυ μόλις τελείωσε, η μη τυπική 20χρονη μου είπε ''Την άλλη Τετάρτη πάλι εδώ!'' ενώ η Διφύλλεια με έπιανε από το χέρι μήπως και με πάει σπίτι να κοιμηθώ.
Ο καιρός περνάει και όπως θα έλεγε και η Αφροδίτη ''δεν θα θελα'', όπως θα έλεγε και ο Μπάμπης ''μη θολώνεις ρε μαλάκα'' και όπως θα έλεγε η Ζωή ''Ώχου μωρέ μαλάκα πάμε να πιούμε να ξεχαστείς''.
Οι καλοί άνθρωποι βρίσκουν πάντα τους ανθρώπους τους αλλά εγώ είμαι απλά τυχερός, οπότε έπεσα στο κρεβάτι και έστειλα μήνυμα στη Διφ,
-Πάμε και την άλλη Τετάρτη;
-Ρε μαλάκα Τζο, δουλεύω.
-...
-Τι λες για Σάββατο;
Οι άνθρωποι μου.