Τα χρόνια μετά τα καλύτερά μου χρόνια. Κεφάλαιο 5
‘’Είμαι βλάκας, αυτό μπορούμε και οι δύο μας να το αποδεχθούμε. Συγγνώμη, όχι επειδή δεν σε φίλησα, συγγνώμη που δεν ήμουν αρκετά έξυπνος ή αρκετά τυχερός ώστε να έρθω και να σε βρώ νωρίτερα, συγγνώμη που δεν είδα τα μάτια σου νωρίτερα, συγγνώμη που δεν σιγοτραγούδησα νωρίτερα τους σκοπούς που σιγοτραγουδάς, αγναντεύοντας τα χείλη σου. Δεν ξέρω τι λέω, δεν ξέρω τι γράφω, το μυαλό μου γυρίζει ανάμεσα σε εσένα, σε εμένα και στο πόσο λάθος είναι όλο αυτό που κάνω. Μη μου θυμώσεις γιατί μου είμαι ήδη θυμωμένος εγώ αλλά υπάρχεις και νόμιζα πως δεν υπήρχαν άνθρωποι σαν εσένα εκτός των βιβλίων που διαβάζω και ονειρεύομαι να είμαι ο πρωταγωνιστής. Είσαι η Νάστενκα μου, το Άγιο Δισκοπότηρο και το τελευταίο ποτό του Τσινάσκι. Αν καθήσω να διαβάσω πίσω ότι σου έχω γράψει, πιθανότατα θα ντραπώ και θα το σβήσω οπότε δεν θα κοιτάξω πίσω. Θέλω να σου πω να ταξιδέψεις, θέλω να σου πω να φύγεις μακριά, θέλω να σου πω πως μόνο εγωιστικό θα είναι να σου πω να μη χαρίσεις όλο αυτό το φως σου όπου και αν πας, γιατί αυτό που είσαι, αυτό που έχεις, δεν τελειώνει, πηγάζει από μέσα σου και είναι πιο σπάνιο από κάθε πετράδι, από κάθε λιχνάρι για ευχές, από κάθε μοναδικό άστρο στο αστείρευτο σύμπαν στο οποίο υπάρχουμε όλοι ως στιγμές. Δεν ξέρω αν όλα αυτά που λέω βγάζουν νόημα αλλά όταν σε βλέπω με κάνεις να χαμογελάω, να θέλω να μιλήσω όταν οι λέξεις μου παρακαλούν για να στερέψουν στον υπόλοιπο κόσμο, να θέλω να τραγουδήσω μόνο και μόνο μήπως και σου ξεκλέψω κανένα χαμόγελο. Θέλω για εσένα κάθε τι καλό απλά φοβάμαι πως αυτό δεν είμαι εγώ. Πέρασε η ώρα. Θα πέσω να κοιμηθώ, συγγνώμη για το μήνυμα, συγγνώμη για ότι μπερδεμένο πάλι είπα, συγγνώμη για το χάος στο κεφάλι μου και ευχαριστώ που υπάρχεις. Καληνύχτα.’’
Στο μήνυμα δεν μου απάντησε.
Πήγα στη δουλειά την επόμενη και ήξερα πως είχε ρεπό και πως δεν θα την έβλεπα. Ξέρετε, η αναμονή και το άγνωστο είναι πάντα χειρότερα από την υπάρχουσα αλήθεια. Δεν άντεχα να περιμένω γιατί δεν ήξερα τι να περιμένω.
-Τζο, πως είσαι δικέ μου;
-Έλα ρε Χάρη.
-Πρέπει να σου πω.
-Χάρη μπορεί να περιμένει;
-Δε..
Έφυγα χωρίς να ακούσω άλλη λέξη, το μυαλό μου ήταν γεμάτο με πιθανότητες, σενάρια και υποθέσεις. Η δουλειά με συνεπήρε και ξεχάστηκα. Η ημέρα έγινε νύχτα και η εφημερία ήταν μπροστά μου. Ανέβηκα στη κλινική, έπρεπε να ρωτήσω τον Λευτέρη αν μπορούσα να πάω να κλείσω τα μάτια μου για καμία ώρα. Δεν ήταν στο γραφείο μας. Δεν ήταν στο κυλικείο. Δεν ήταν στα επείγοντα. Πήρα τις σκοτεινές σκάλες προς τα μικρά, στενόχωρα, δωμάτια που είχαμε για εφημερεία και τότε το άκουσα.
Μέσα από το δωμάτιο, λυγμοί, ανάσες που κόβονταν, ταραχή. Την ήξερα αυτή τη φωνή απλά όχι έτσι, ποτέ ως τώρα έτσι.
-Λευτέρη, είσαι καλά;
-ΤΙ ΘΕΣ;
-Τίποτα απλά ήθελα να δω τι..
Ηρέμησε απότομα. Σήκωσε τα μάτια του, ήρθε κοντά μου και με μία αλλόκοτα ψυχρή φωνή με ρώτησε,
-Τι της είπες;
-Δεν της είπα κάτι Λευτέρη. Τι συνέβη; Είναι καλά;
-Σε παρακαλώ, σε εκλιπαρώ, πες μου, τι της είπες;
Έτρεμε μα στα μάτια του δεν υπήρχε οργή, υπήρχε απόγνωση, απορία, υπήρχε ανάγκη, ανάγκη για απαντήσεις που εγώ είχα και δεν είχα.
-Λευτέρη, είναι καλά η Μαρίνα;
Η φωνή του σηκώθηκε απότομα.
-ΔΕΝ ΞΈΡΩ, ΞΕΡΩ ΟΤΙ ΣΉΜΕΡΑ ΠΑΡΑΙΤΉΘΗΚΕ ΚΑΙ ΞΈΡΩ ΌΤΙ ΔΈΧΘΗΚΕ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΆ ΣΤΗΝ ΕΛΒΕΤΊΑ ΚΑΙ ΞΈΡΩ ΟΤΙ ΚΆΠΩΣ ΓΙΑ ΌΛΑ ΦΤΑΙΣ ΕΣΎ.
Συγγνώμη, τι;
Δεν γίνεται αυτό, γίνεται;
Τι συμβαίνει;
Ο Λευτέρης με έσπρωξε με πολύ λίγη δύναμη, πήρα ένα βήμα πίσω, ξεκίνησε να κλαίει πάλι, ασταμάτητα. Μου ζήτησε πολύ ευγενικά και με κάθε ίχνος ηρεμίας που είχε, να φύγω. Αυτό έκανα. Έφυγα.
Το χάλασα.
Πάλι τα χάλασα όλα.
Η νύχτα ξημέρωσε, ο Χάρης ήρθε και με βρήκε, μου είχε φέρει έναν καφέ και μου τα εξήγησε όλα.
Η Μαρίνα δεν περίμενε κανέναν Τζο, το είχε πάρει απόφαση καιρό τώρα πως θα φύγει, πως θα πάει να βρει τα ταξίδια, τις περιπέτειες και τα άγνωστα που τόσο αποζητούσε η ψυχούλα της. Ήθελε να αλλάξει η ζωή που ως τώρα είχε χτίσει, ήθελε να ρισκάρει για για τα όνειρα, που με τόση αγάπη μιλούσε, ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως θα γκρεμίσει οτιδήποτε παλιό.
Άρα εγώ, τι ήμουν;
Τα σημάδια ήταν εκεί από τη πρώτη στιγμή απλά στον άπληστο παραλογισμό μου για άλλη μία φορά νόμιζα πως όλα γύριζαν γύρω από εμένα ενώ δεν ήμουν τίποτα παραπάνω από ένας κομπάρσος στην ιστορία της.
-Ξέρεις πριν φύγει, μου μίλησε για εσένα.
-Για εμένα;
-Αμέ, μου είπε πως ήσουν η σταγόνα.
-...
-Η σταγόνα που ξεχείλησε το ποτήρι. Σε ευχαριστεί για αυτό. Μου είπε επίσης να σου δώσω αυτό εδώ.
Έβγαλε ένα παλιό CD με ένα post-it επάνω. Το CD ήταν το ‘’Favourite Worst Nightmare’’ από Arctic Monkeys, το χαρτί έγραφε απλά ‘’ track 06, τα λέμε γλυκιέ μου’’
Μπήκα στο αμάξι για να φύγω, ένα Άουρις του ‘06, μαύρο, βολικό και με CD player, έβαλα το 6ο κομμάτι στο CD, μία αιθέρια κιθάρα ξεκίνησε να παίζει, το μυαλό μου πήγε στα μάτια της, αυτά τα γαμημένα μάτια, τα κοίταξα παραπάνω απο όσο θα έπρεπε, ο Άλεξ ξεκίνησε να τραγουδάει και το ‘’I bet she told, a million people that she’d stay in touch’’ με λύγισε.
Ίσως εκείνη την ημέρα να άκουσα το κομμάτι εκατοντάδες φορές ενώ σιγά σιγά περνούσα τα στάδια πένθους ένα προς ένα. Δραματικός δυστυχώς σημαίνει και τραγικά ρομαντικός στη περίπτωση μου. Σκεφτόμουν πως θα τη ξαναδώ κάπου τυχαία, πως θα τη βρω να κάθεται σε μία γωνία στο Λονδίνο, σε κάποιο coffee shop στο Άμστερνταμ, σε κάποιο υπόγειο κλαμπ στο Βερολίνο. Σηκώθηκα, πήγα να της στείλω ένα μήνυμα, ένα καλό ταξίδι, μία τελευταία δικαιολογία για να μείνουμε σε επαφή. Με είχε μπλοκάρει από παντού, άλλωστε, μία νέα αρχή μάλλον σημαίνει και μία λευκή σελίδα.
Το τηλέφωνο μου εκείνο το βράδυ δεν χτύπησε για να πάω για μπύρα, κανένας δεν ήρθε να με πάρει για να φύγουμε,δεν θα υπήρχαν εκπλήξεις εκείνο το βράδυ. Ήμουν μόνος, η γάτα μου κούρνιασε στο στήθος μου, άρχισε να γουργουρίζει λες και ήθελε να με γιατρέψει και επιτέλους ξεκίνησα να κλαίω.