Τα χρονια μετά τα καλύτερα μου χρόνια. Κεφάλαιο 4
-Καλημέρες!
-Καλημέρα, απάντησα, ήταν ένα μελαχρινό παλικαράκι, χαμογελαστό, παχουλό και γνώριμο.
-Άκου αυτό, είναι το αγαπημένο μου αυτό το καιρό!
Μου έδωσε δύο μαύρα ενσύρματα ακουστικά συνδεδεμένα σε ένα mp3 του οποίου η μικρή πρασινωπή πιξελιασμένη εικόνα σχημάτιζε απλά ‘’Track07’’. Η μουσική ήταν γνωστή, το ήξερα το κομμάτι, ‘’I Believe to My Soul’’.
-Δεν είσαι λίγο μικρός για να ακούς Ray Charles;
-Τον ξέρεις; Κανένας στο χωριό δεν το ξέρει αλλά μου έκανε ο νονός μου δώρο αυτό το mp3 και ήταν μέσα! Αλλά το ήξερες ήδη αυτό.
-Ναι, το θυμάμαι. Ήταν όμορφη μέρα. Τότε ήταν που ξεκίνησε να παίρνει μορφή το γούστο μου στη μουσική και ξεκίνησα να δηλώνω τζαζζάς, ροκάς.
-Θα βρω και άλλα τέτοια δηλαδή;
-Πολλά, δεν θα σου αρέσουν όλα, πολλά θα σου φανούν βαρετά, άλλα θα σου φανούν δήθεν, άλλα θα τα αγαπήσεις και άλλα θα σε πληγώσουν, βαθιά. Κάτι σαν τους ανθρώπους.
-Μας πλήγωσαν;
-Κοίτα, δεν είναι ότι δεν ξέρεις από αυτά, θυμάσαι τα ‘’χοντρέ’’, τα ‘’άσχημε, γυαλαμπούκα’’.
-Ναι αλλά όταν μεγαλώσω..
-Όταν μεγαλώσεις δεν θα αλλάξουν και πολλά, τα άσχημα πράγματα βέβαια δεν θα σου τα λένε οι άλλοι, δεν είναι πρέπων άλλωστε, θα τα λες όμως εσύ στον εαυτό σου, κάθε μέρα, όλο και πιο έντονα, όλο και πιο συγκεκριμένα, όλο και με μεγαλύτερο μίσος. Θα πληγώσεις και εσύ πολλούς ανθρώπους, θα χρησιμοποιήσεις, θα πεις πράγματα που δεν ισχύουν, θα θυσιάσεις πολλά, και πολλούς, στο βωμό του να αποκτήσεις αυτό που ακριβώς θέλεις.
-Ακούγομαι σαν..μαλάκας.
-Ακριβώς.
Περπατήσαμε για λίγο, περάσαμε από τον χωματόδρομο έξω από το κτήμα του παππού μου, μύριζε σαν χώμα φρέσκο μετά τη βροχή και είχε έναν μικρό βοριά που ίσα ίσα αντιστάθμιζε της ακτίνες του ήλιου, που έπεφταν ανάμεσα από τις φυλλωσιές των δέντρων,δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από τα πρώτα τζιτζίκια του πρωινού αλλά τότε νομίζω τον άκουσα μέσα να γελάει με τους φίλους του και να τσουγκρίζουν ποτήρια, ‘’Εβίβα’’.
Φτάσαμε πίσω στο Θερινό, στη πλατεία που μύριζε καφές, που οι χωριανοί όλοι μιλούσαν μεταξύ τους και κάπου κάπου μας κέρναγαν κρουασάν, και τυρόπιτα, όσο παίζαμε και λέγαμε και φανταζόμασταν και εικάζαμε πόσο μεγάλοι και τραννοί θα γίνουμε όταν πια μεγαλώσουμε. Όταν φύγουμε από το χωριό.
-Για αυτό δεν τη φίλησες;
-Δεν τη φίλησα επειδή είχε πιεί, επειδή έχει αγόρι, επειδή..
-Ξεχνάς σε ποιόν μιλάς μου είπε καθώς η εικόνα του σιγά σιγά άλλαζε. Για εμένα δεν είσαι ο Τζο, είσαι ο Γιαννάκης, δεν είσαι κανένας ήρωας, δεν είσαι το καλό παιδί, είσαι κάποιος που ότι κάνει το κάνει επειδή υπάρχει λόγος να το κάνει, είσαι εγωιστής, είσαι νάρκισσος, φαντασμένος.
Η όψη του πλέον δεν ήταν ίδια, ήταν πια σχεδόν σαν εμένα, σαν τις μέρες που τον εαυτό μου τον απεχθάνομαι, σαν τις μέρες που αναρωτιέμαι γιατί ξύπνησα και γιατί υπάρχω.
-Δεν την φίλησα γιατί δεν μου αξίζει να τη φιλήσω. Επειδή πάλι απλά κάτι θα χαλάσω, κάποιον θα στεναχωρήσω, κάποιος ακόμα θα με μισήσει. Ακόμα και καλά αν πήγαινε, δεν μου αξίζει, δεν μου αξίζει να μου χαμογελάει, να με καταλάβει, να ακούει τα κακά αστεία μου και να γελάει. Έχω γίνει ένας άνθρωπος που διψά για σύνδεση, για ειλικρινή κατανόηση και πάθος αλλά όταν όλα αυτά υπάρχει περίπτωση να συμβούν, τρέμω, τρέχω μακριά γιατί νοιώθω πως θα βάλω τα χέρια μου και θα καταστρέψω τα πάντα για άλλη μια φορά. Γιατί σε αυτό είμαι καλός, στο να χαλάω κάθε τι καλό και στο να πληγώνω κάθε τι όμορφο.
-Δραματικός. Γιατί πρέπει να είσαι τόσο δραματικός;
-Δεν ξέρω.
-Η γιαγιά έφτιαξε πίτες, πάμε να φάμε;
-Δεν με περίμενες έτσι;
-Δεν είσαι έτσι, αλλά θα το βρεις.
-Θα το βρω;
Ξύπνησα.
Τα μάτια, τα μάγουλα, το μαξιλάρι μου είχαν ποτίσει με δάκρυα. Ο μοναδικός φοίνικας του χωριού ήταν έξω από το παράθυρό μου και σφύριζε, ο αέρας, ενώ έτρεχε πάνω στις αιχμές των φύλλων του. Η γάτα μου ήταν στα πόδια μου και γουργούριζε. Η ατμόσφαιρα μύριζε ελληνικό καφέ, η Εύα, χτύπησε τη πόρτα μου και με καλημέρισε με τη πιο γλυκιά φωνή της.
-Τζο μου, σήκω αγάπη μου σε περιμένουμε κάτω, σου έφτιαξα καφέ
-Έγινε μάνα.
Κατέβηκα κάτω με τη γάτα μου να με ακολουθεί, ο πατέρας μου είχε τη μάνα μου μισο-αγκαλιά και βλέπανε μία από εκείνες τις γαλλικές κομεντί που η μάνα μου λάτρευε. Στον πατέρα μου δεν πολυάρεσαν αυτά, αλλά, του άρεσε η μάνα μου και αυτό ήταν ο μόνος λόγος που χρειαζόταν.
-Καλημέρα πατέρα.
-Καλώς τον κανακάρη μας, τον χορευταρά μας, μας τα πρόλαβε όλα ο Χρήστος που ήρθε πιο πριν να πάρει το μπουφάν του που το ξέχασε εδώ όταν σε έφερε το ΠΡΩΊ.
Τώρα εσείς αυτό δεν το ξέρετε αλλά το ‘’χορευταρά’’ το άκουγα για μήνες μετά το συμβάν, ευχαριστώ Χρήστο.
-Ε υπερβολές τώρα, τον ξέρεις πως τα φουσκώνει όλα.
-Ναι, ναι πως, λοιπόν ετοιμάσου σήμερα που έχεις ένα ρεπό να πάμε να με βοηθήσεις λίγο με το αμπέλι.
Εγώ αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ, δηλαδή σπούδασα, έμαθα, δούλευα, για να πηγαίνω στα ρεπό μου να κλαδεύω το αμπέλι. Έβαλα τα παλιά μου ρούχα και ξεκινήσαμε προς τα εκεί. Όσο και αν γκρίνιαζα πάντα απολάμβανα τον χρόνο με τον πατέρα μου και τον χρόνο στο αμπέλι.
-Ξέρεις, ο παππούς σου πάντα χαιρόταν όταν ερχόμασταν και οι δύο και τον βοηθούσαμε, δεν έλεγε τίποτα αλλά πάντα χαμογελούσε και, τον ήξερα τον πατέρα μου.
-Ξέρω, συγγνώμη που γκρινιάζω, ήταν περίεργο βράδυ απλά.
-Πάντα γκρινιάζεις αλλά έτσι σε αγαπάμε.
Οι ώρες πέρασαν όμορφα, ο καιρός ήταν ιδανικός και το μυαλό μου ξέφυγε από όλο το προηγούμενο βράδυ, από εκείνη τη στιγμή που τράβηξα τα χείλη μου και της έγνεψα ''οχι''. Εκείνη δεν έκανε κάτι, χαμογέλασε απαλά, το τραγούδι τελείωσε, ζήτησε στον Χάρη να φύγουν γιατί ζαλιζόταν και απλά εξαφανίστηκαν. Το υπόλοιπο βράδυ οι φίλοι απλά μου έκαναν μεθυσμένη ψυχοθεραπεία με βασικές αξίες το ‘’ΠΟΣΟ ΚΟΤΑ ΕΙΣΑΙ ΡΕ ΤΖΟ’’ και το αγαπημένο μου ‘’ΑΝ ΣΕ ΧΤΥΠΟΥΣΕ ΜΕ ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΕΓΡΑΦΕ ΠΑΝΩ -ΦΙΛΑ ΜΕ- ΘΑ ΗΤΑΝ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΞΕΚΑΘΑΡΟ’’, ξέρετε, φιλικά και με αγάπη. Μετά τα τελευταία σφηνάκια και ενώ στα ηχεία έπαιζε εκείνο το αγαπημένο μου ‘’Michelle’’, πήρα την απόφαση να φύγουμε, να της στείλω μήνυμα και να πάω πια σπίτι.
Να της στείλω μήνυμα;
Της έστειλα μήνυμα;
Που είναι το κινητό;
ΤΗΣ ΈΣΤΕΙΛΑ ΜΉΝΥΜΑ;