Τα χρόνια μετά τα καλύτερα μου χρόνια. Κεφάλαιο 3
Ήθελα να χαθώ, άλλη μία φορά που μπλέχτηκα κάπου που δεν έπρεπε να μπλεχτώ, ξεστόμισα λόγια που δεν έπρεπε αν ειπωθούν και χάλασα κάτι όμορφο. Φυσικά πάντα μιλάω για τη μάζωξη παρά για οτιδήποτε άλλο. Είχαν περάσει 5 ή 6 ημέρες από το μεσημέρι στη Στραβοκάνα και δεν είχα ανταλλάξει κουβέντα με τη Μαρίνα, άλλωστε όπου και αν ήμασταν, πάντα ήταν εκεί και ο Λευτέρης με μερικά υποτιμητικά σχόλια και απειλητικά βλέμματα. Το μόνο καλό ήταν πως με τον Χάρη είχαμε έρθει πολύ κοντά, ήμουν σίγουρος πως βρήκα έναν εξαιρετικό φίλο. ‘Ο,τι και αν έγινε, έπρεπε να πάω στη δουλειά την επόμενη ημέρα και να αντιμετωπίσω τη κατάσταση που ο ίδιος είχα δημιουργήσει. Μπήκα στο σπίτι, αγκάλιασα τη γάτα μου, έβαλα στο πικάπ να παίζει ‘’Almost Blue’’ από Chet Baker, πάντα με μελαγχολούσε αυτός ο δίσκος αλλά ταυτόχρονα με ηρεμούσε. Αν όλα είναι μάταια, ποιός ο λόγος να ανησυχώ για το αύριο, το μεθαύριο ή όποια επόμενη μαλακισμένη μέρα έρθει! Πρέπει να ηρεμήσω. Το πιάνο θρηνούσε εντόνα και το πνευστό του έκανε παρέα ώστε να το παρηγορήσει, η κόρνα..., η κόρνα; Το κομμάτι δεν έχει κόρνα.
-ΣΉΚΩΣΕ ΤΟ ΤΗΛΈΦΩΝΟ.
Το ποιό;
- Έλα ρε Χρήστο.
-ΚΑΤΈΒΑ ΠΆΜΕ ΓΙΑ ΜΠΎΡΕΣ.
-Αύριο δουλέ..
-ΘΑ ΚΑΤΕΒΕΊΣ Η ΝΑ ΦΎΓΩ;
-...,Κατεβαίνω.
Το βράδυ ήταν ζεστό, καθήσαμε στο τραπέζι κάτω από το πλατάνι και δίπλα από το ρυάκι όπως πάντα ο Νίκος ετοίμαζε τον ήχο, θα ξεκινούσε ζωντανή μουσική σε λίγο.
-Τέλος πάντων, πάνω κάτω αυτά έγιναν πριν καμία εβδομάδα και από τότε δεν έχουμε μιλήσει σχεδόν καθόλου, μόνο κανένα βλέμμα που και που.
-Χαχαχαχαχα, απίστευτο, μπράβο ρε φίλε φοβερή πρώτη μέρα!
Τότε ήρθε και κάθησε μαζί μας και ο Γιώργος που μόλις είχε έρθει
-Τι λέμε;
-Ο Τζο ερωτεύτηκε. Πάλι. Μελαχρινή, μεγάλα μάτια, τατουάζ σχεδόν παντού.
-Τζο, είχε και στο χέρι ταττού μία γάτα;
-Ναι, που το...;
-Λίγο πιο κάτω από μία μεγάλη τζαπανίλα τίγρη;
-...Ναι.
-Μόλις μπήκε στο μαγαζί.
Γύρισα το κεφάλι μου μονομιάς. Απίστευτο. Από το μυαλό μου πέρασαν εκατοντάδες σκέψεις σε λιγοστά δευτερόλεπτα ή μήπως ήταν χιλιάδες; Πρέπει να φύγω, γιατί να φύγω; Και αν καθήσω, αν με δει, πρέπει να της μιλήσω; Τι να πω; Να ζητήσω συγγνώμη;
-Είναι με έναν τύπο.
Όχι ρε γαμώτο πρέπει να είναι ο Λευτέρης, θα μαλώσουμε, δηλαδή, αυτός θα μαλώσει, όχι ρε γαμώτο θα πιαστούμε στα χέρια.
Ένα χέρι άγγιξε τον ώμο μου.
-Τζο;
-ΈΛΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΧΑΡΗ ΤΙ ΚΑΝΕΙΣΠΩΣΕΙΣΑΙΑΠΟΕΔΩΟΙΦΙΛΟΙΜΟΥΑΝΤΕΦΕΥΓΩΕΓΩΚΑΛΑΝΑΠΕΡΑΣΕΤΕ.
-Ε; Που να πας μωρέ, τώρα ξεκινάει το καλό! Ήρθαμε με τη Μαρίνα να ξεσκάσει λίγο να δούμε το λάιβ, ψιλομάλωσε με τον μαλάκα τον Λευτέρη.
-Με είδε;
-Όχι ακόμα, πήγε να χαιρετίσει κάτι γνωστούς και..
-Φεύγω φίλε.
-Ρε τι λες τώρα, γιατί να φύγεις, ξεκόλλα.
Πέταξα ένα δεκάρικο για τις μπύρες και ξεκίνησα προς την έξοδο όταν άκουσα τη φωνή της.
-Μπορούμε να μιλήσουμε;
-Μαρίνα, έφευγα, ίσως αύριο στη δουλειά;
-Μπορείς να μείνεις για λίγο;
-Δεν ξέρω αν αυτό θα άρεσε στον Λευτέρη.
-Φοβάσαι τον Λευτέρη;
-Φοβάμαι μήπως σου προκαλώ προβλήματα, μήπως και με μισήσεις. Κανέναν Λευτέρη. Φοβάμαι μήπως και ξαναπώ κάτι που δεν πρέπει.
-Άκου, κάθησε λίγο, μπορούμε να μιλήσουμε και αργότερα, αλλά, μείνε.
Γύρισα στο τραπέζι μου, κάλεσα τον Χάρη και την Μαρίνα, τους γνώρισα στον Χρήστο και τον Γιώργο. Η ώρα περνούσε, η μπύρα έρεε και η μπάντα έπαιζε δυνατά. Είχα μείνει θεατής, οι φίλοι μου είχαν κοινωνικοποιηθεί πλήρως. Έλεγαν στους συναδέρφους μου ιστορίες για αγρίους, παραδόξως, οι περισσότερες ήταν αυτές στις οποίες εγώ κατέληγα ο καραγκιόζης αλλά με χαλάρωσε όλο αυτό, άρχισα να γελάω που και που και να αφήνομαι.
‘’Εγώ που αλλάζω μορφή και από στιγμή σε στιγμή, θα χα-θω’’
-Τζο πάμε μπροστά, το λατρεύω αυτό.
-Μαρίνα δεν..
Με πήρε από το χέρι, με κοίταξε με αυτά τα μάτια, δεν μπορούσα να ψάξω ολόκληρο το σύμπαν για τη δύναμη να της αρνηθώ. Σηκωθήκαμε, πήγαμε μπροστά μπροστά και τραγουδούσαμε και χορέψαμε και ύστερα, ΄΄Γουστάρω να σ’ακούω κούκλα μου όταν μιλάς’’.
Άρχισε να εκστασιάζεται, να χαμογελάει, να λάμπει, να χορεύει, να με μαγεύει, να με κάνει να νίωθω όπως είχα πει πως αν ξανανιώσω θα τρέξω μακριά ώστε να προστατεύσω όση ψυχή μου απέμεινε.
-Και τώρα, κάτι για να ερωτευτούμε, είπε στο μικρόφωνο ο τραγουδιστης.
‘’ Κοίταξέ την, πως σερβιρει πιο λευκή και απ΄την ποδιά της..’’
Έβαλέ τα χέρια της στους ώμους μου, εγώ τα δικά μου στη μέση της και τότε σήκωσα τα μάτια μου και την είδα, είδα δυο μάτια που έλαμπαν, δυο χείλη με το κόκκινο κάποιας σπάνιας σελήνης και μάγουλα στο χρώμα του ρόδου που έφτιαχαν μία υπέροχη αντίθεση με το λευκό της δέρμα. ‘’Τη πατήσαμε’’, σκέφτηκα και πήρα να ξεκινήσω να βαδίζω στους ήχους και τους ρυθμούς μίας απαλής, αργής μπλουζ που την έκανε ακόμα πιο ερωτεύσιμη, κάτι που εκείνη τη στιγμή έμοιαζε αδύνατο.
-Συγγνώμη για τις προάλλες, μου ψιθύρισε στο αυτί.
-Αυτό νομίζω πως είναι δική μου ατάκα, είπα.
-Δεν ήθελα να γίνει όλο αυτό, δεν είπες κάτι κακό, είπες κάτι που σκέφτομαι καιρό.
-Έχεις καταλήξει κάπου;
-Έχω καταλήξει στο ότι τώρα δεν θέλω να το σκέφτομαι καθόλου, θέλω να σε γνωρίσω, να σε μάθω.
Έβαλε το κεφάλι της πάνω στο στήθος μου, θα σπάσει, νιώθω ότι θα σπάσει και η καρδιά μου που χτυπάει τώρα τόσο δυνατά για εκείνη απλά θα διαλυθεί. Σήκωσε το βλέμμα της στο σόλο, κοίταξε τους μουσικούς και ύστερα εμένα. Με κοίταξε και είδα το βλέμμα της επάνω στα χείλη μου, ήξερα τι ήθελα, ήξερα πόσο το ήθελα, τα πρόσωπα μας κόντεψαν, ένιωσα την ανάσα της στο πρόσωπο μου, ένιωσα τα ζεστά της χέρια στον λαιμό μου, τον σφυγμό της να τρέχει και το τραγούδι, ‘’Και αύριο εδώ, θα είσαι πάλι ,αχ μα επιτέλους, θα της πεις ,ότι θες, μόνο για εκείνη να ‘σαι χάλια.’’