Tα χρόνια μετά τα καλύτερα μου χρόνια. Κεφάλαιο 2
Η σειρά μου δεν θα ερχόταν για αρκετή ώρα, ο καφές μου είχε όντως κρυώσει και έπινα τη τελευταία γουλιά στην αναμονή όταν ένιωσα ένα χέρι στον ώμο μου.
-Δεν μου φαίνεσαι τόσο χάλια για επείγοντα εσύ.
-Θωμά! Ευτυχώς ρε φίλε!
ο Θωμάς ήταν παλιός φίλος μπασίστας που κάποτε ξημεροβραδιαζόμασταν σε ένα απόμακρο στούντιο ονειρευόμενοι οτι θα γινόμασταν η επόμενη πνοή της ροκ, πλέον νοσηλευτής!
-Πες μου σε παρακαλώ γιατί εδώ δεν βγάζω άκρη, που στον έρωτα είναι η Παθολογική;
Με οδήγησε σε ένα ασανσέρ, έναν μακρύ διάδρομο και ύστερα ακόμα ένα ασανσέρ, μπροστά σε μία δίφυλλη μεταλλική πόρτα.
-Χτύπα και πέρασε φίλε, καλή αρχή!
Χτύπησα, μία φωνή μέσα στην ένταση μου φώναξε να περάσω και τότε, την είδα.
Κεφάλαιο 2ο
Τα μάτια της ήταν σαν εκείνο το πίανο στη Σιωπή απο τα Ξύλινα Σπαθιά, πανέμορφα, γαλήνια και ήξερα οτι αν τα παρακοιτάξω θα μου μάθαιναν τη θλίψη με τρόπο που δεν τον φαντάστηκα ποτέ. Η φωνή της ήταν γλυκιά, θύμιζε μία ζεστή κουβέρτα στο πιο κρύο βράδυ του χειμώνα και αυτό το χαμόγελο, αυτό το χαμόγελο μπορούσε να με στείλει στη κόλαση του Δάντη, στην μέση της ερήμου, στο συνοθύλευμα κάθε λογικού και παράλογου φόβου που είχα, έχω και θα έχω, απλά για να το ξαναδώ.
-Καλώς ήρθες Τζο! Είμαι η Μαρίνα, είμαι και εγώ ειδικευόμενη αλλά είμαι ήδη 6 μήνες εδώ.
Δεν θυμάμαι να της λέω πως με λένε, θυμάμαι να σαστίζω και να προσπαθώ να κολλήσω φωνητικές εκδηλώσεις, πάλι καλά το όνομα μου ειναι μονοσύλλαβο.
-Κανονικά πρέπει ένας από εμάς να σου δείξει λίγο πως δουλεύουμε εδώ μέσα για να μπεις στο κλίμα αλλά όλοι τρέχουν αυτή τη στιγμή και εγώ κολυμπάω στη γραφειοκρατεία οπότε..
-Θα τον πάω εγώ, έλα νέος!
Ερειστικό ύφος, αυθάδης, υπερόπτης, αγενής, ο Λευτέρης ήταν όσα δεν ήθελα ποτέ να πλησιάσω ούτε στο χιλιόμετρο.
-Εγώ είμαι ο παλιός,θα στα δείξει ο καλύτερος! Που σπούδασες; Βουλγαρία; Α ρε ο μπαμπάς πλήρωνει, βάζει πλάτες! Δεν πειράζει εμείς εδώ πέρα θα σε κάνουμε έστω να θυμίζεις γιατρο!
Κάθε λέξη που έβγαινε απο το στόμα του ήταν σαν νύχια σε μαυροπίνακα στα αυτιά μου, μύριζε απο χιλιόμετρα λουσμένος με μία εμετική κολόνια μαρκεταρισμένη για Α ΑΝΤΡΕΣ και τα μαλλιά του ήταν ένας άλλος, ξεχωριστός, γυαλιστερός οργανισμός που δεν του αναγνώριζα ανθρώπινη προέλευση, είχα να νιώσω τόσο άβολα από τη πρώτη συνάντηση από τότε που μου έφεραν τον Ιβάν, τον πρώτο μου νεκρό.
Μετά από τα μακρύτερα 45 λεπτά της ζωής μου ο Λευτέρης μου εξήγησε πως θα γνώριζα μία άλλη μέρα τη διευθύντρια και ότι δεν θα έκανα σήμερα ολόκληρη βάρδια. Με έστειλε για να τελειώσω τα χαρτιά μου και να πάρω τη σφραγίδα και μερικά ρούχα μου.
Πήγαινα προς το αμάξι όταν με πέτυχε στον δρόμο,
-Έλα νέος, θα μαζευτούμε στη Στραβοκάνα για κανένα κρασάκι και φαγητό μερικοί συνάδερφοι, εγώ τους είπα ότι ακόμα δεν είσαι ένας απο εμάς αλλα με ανάγκασαν να σε καλέσω οπότε πήγαινε και γρήγορα γιατί οι άλλοι έχουν αρχίσει ήδη να μαζεύονται.
Όσο και αν σιχαινόμουν αυτόν τον άνθρωπο, μόλις μου έδωσε την ευκαιρία να ξαναδώ τη Μαρίνα και μάλιστα εκτός δουλειάς, έλαμψα, δέχθηκα,βρήκα κάτι ξεχασμένες τσίχλες στο αμάξι μου και ξεκίνησα για τη Στραβοκάνα. Τα παιδιά εκεί με καλωσόρισαν θερμά,έψαξα για τη Μαρίνα, δεν είχε έρθει ακόμα. Ευχάριστοι άνθρωποι, ο πιο ευχάριστος ήταν ενα παλικάρι ο Χάρης ο οποίος ήταν και αυτός στη παθολογική
-Και ρε Χάρη, τον Λευτέρη δηλαδή τον αντέχετε καθημερινά;
-Όλα μέρος της δουλειάς, πίστεψέ με παλιά ήταν χειρότερα.
-Έχει και χειρότερα;
-Δεν φαντάζεσαι, τωρα τον έχει στρώσει λίγο η κοπέλα του τον τελευταίο χρόνο.
-Οτι δηλαδή υπάρχει άνθρωπος ο οποίος είναι μαζί του και τον αντέχει καθημερινά.
-Όχι απλά είναι μαζί, παράτησε πρόταση στην Ελβετία για να έρθει να δουλέψει στον Ελυσσό μαζί του. Να τώρα θα έρθουν μαζί.
Κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι σε όλη αυτή την ιστορία δεν μου καθόταν αλλά δεν έδωσα σημασία, απλά γέμισα το ποτήρι με κρασί και ήπια τη πρώτη μου γουλιά όταν το είδα. Ο Λευτέρης με το χέρι του περασμένο γύρω απο τη μέση της Μαρίνας. Αποκλείεται τώρα αυτό που συμβαίνει, απλά είχα μία προ-γιαγιά με σχιζοφρένια και επιτέλους άρχισα να βλέπω και εγώ παράλογα ή κάποιο λάθος στο μάτριξ, κάποιο συμπαντικό παραστράτημα που κάποιος θεός, κάποιας θρησκείας απλά ξέχασε να διορθώσει.
-Κλείσε το στόμα νέος, ξέρω ότι έχω γυναικάρα αλλά δεν είναι για τα μούτρα σου!
-Ρε Λευτέρη σταμάτα να τον πειράζεις πιά, συγγνώμη Τζο μου, απλά έχει μια περίερη αίσθηση το χιούμορ που θέλει καιρό να τη συνηθίσεις.
ΤΙ ΝΑ ΣΥΝΗΘΙΣΩ, ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ;!
-Όχι, χαχαχ όλα καλά, απλά χάθηκα για λίγο στις σκέψεις μου, της είπα και κατέβασα το ποτήρι με το κρασί ενώ ο Χάρης δίπλα μου έκανε τα αδύνατα δυνατά ώστε να μη ξεσπάσει σε γέλιο.
-Χάρη.
-Τζο.
-Η Μαρίνα και ο Λευτερης..
-Ναι.
-Μεταξύ τους δηλαδή;
-Ναι.
-Με δουλεύετε;
-Όχι.
-Πως;
-Έρως.
Πρέπει να σταματήσω να ιδανικοποιώ άτομα στο κεφάλι μου. Σίγουρα θα έχουν μερικά κοινά και σίγουρα και εγώ με τη Μαρίνα θα διαφέρουμε τελικά πάρα πολυ ως άνθρωποι. Η ώρα περνάει και δεν έχουμε μιλήσει, το κρασί ρέει και οι φωνές δυναμώνουν, τα παιδιά μου λένε ιστορίες, αφηγούνται εμπειρίες, γελάνε, νιώθω άνετα. Στη τελική δεν χρειάζεται να δεθώ, συνάδερφοι είμαστε όλοι, οι διαπροσωπικές σχέσεις δεν θα υπάρχουν πάντα.
-Έχεις ακούσει ποτέ Ξυλινα Σπαθιά Τζο;
Η φωνή της ήταν το μόνο πράγμα που υπήρχε μέσα στο χάος,τη μουσική, τις κουβέντες για δουλειά και την αυπνία.
-Εκτός αν δεν είσαι καθόλου της ροκ απλά λίγο το στυλ σου..
-Τους λατρεύω, ειπα, ποιό ειναι το αγαπημένο σου;
-Έχεις ακούσει ποτέ το Σιωπή; Δεν είναι τόσο γνωστό.
Τι συμβαίνει; Ακούει όσα σκεφτομαί; Είμαι τόσο ανοιχτό βιβλίο;
Τα ηχεία ξεκίνησαν να εξιστορούν, ''Ακόμα και αν φύγεις, για το γύρο του κόσμου, θα 'σαι πάντα δικός μου..'' και τραγούδησε, και χαμογέλασε, και έλαμπε, και έβγαζε τη ψυχή της και εγώ; Εγώ τα είχα χάσει και είχα χαθεί σε αυτά τα μάτια, αυτή την αύρα, αυτή τη ζωντάνια, τη ψυχή.
-Μαρίνα σταμάτα ρε κορίτσι μου, δεν μπορώ να ακούσω ούτε τον εαυτό μου να μιλάει!
Είχα ξεχάσει τον μαλάκα.
Σταμάτησε, σκοτείνιασε, ζητησε συγγνώμη.
-Με τον Λευτέρη έχουμε άλλα μουσικά γούστα.
-Να έπαιζε λίγο τραννό να δίναμε πόνο!
Προφανώς.
Μετά από αυτό μου μίλησε για τα όνειρά της, ήθελε να γυρίσει τον κόσμο, να μάθει πράγματα, να φάει τη ζωή με το κουτάλι όπου και αν αυτό την έβγαζε, και ενώ τα έλεγε με κοιτούσε με αυτά τα πανέμορφα μεγάλα μάτια της που έλαμπαν κάτω από τα φώτα του μαγαζιού,
-Και γιατί λοιπόν δεν το κάνεις; Τη ρώτησα.
-Ε δεν είμαι μόνη μου, είπε και χαμήλωσε το βλέμμα της, έχω τον άνθρωπο μου και μερικές αποφάσεις πρέπει να είναι κοινές.
-Δεν θα είμαστε για πάντα νέοι, δεν θα έρχονται πάντα οι ευκαιρίες.
-Δεν βρίσκεις εύκολα ξανά τον άνθρωπο σου.
-Εσύ τον βρήκες;
-Νέος, ξεφεύγεις.
Είχα όντως ξεφύγει, δεν ξέρω τι με συνεπήρε, ξέρω πως σίγουρα είχα προσπεράσει αρκετά όρια.
-Συγγνώμη Λευτέρη, πάνω στη κουβέντα ήταν, δεν ηθελα να..
-Ξέρω ακριβώς τι ήθελες και αν δεν θέλεις να χαλάσουμε εδώ και τώρα αυτή την ωραία παρέα, θα μάθεις να κρατάς αυτές τις σκέψεις μόνο για τον εαυτό σου, η Μαρίνα ξέρει τι είναι καλό για εκείνη δεν περίμενε εσένα τον φωστήρα.
-Λευτέρη, αρκετά, ψιθύρισε η Μαρίνα
-Και στη τελική αν θες να μας δώσεις συμβουλές για το μέλλον και τη σχέση μας πες τα και στους δύο μας μήπως και πιάσουν τόπο!
Η φωνή του ανέβαινε σταθερά και όταν έφτασε στο να φωνάζει κανονικά χτύπησε δυνατά το χέρι στο τραπέζι. Οι φωνές ησύχασαν, η μουσική έμοιαζε κενή και ήταν όρθιος απο επάνω μου με ένα βλέμμα γεμάτο ειλικρινές μίσος.
-Έλα μωρέ μαλάκα Λευτέρη τωρα μη χαλάς τη παρέα επειδή έχεις σουρώσει, είπε ήρεμα ο Χάρης και κάπως η ένταση χάθηκε.
-Μάζεψε τον νέο σου φίλο Χάρη.