Δεν υπάρχει πια έρωτας.
Νομίζω στα χρόνια που γράφω δεν έχω μιλήσει για εμένα, μερικά βράδια πριν περάσω πάλι το κατώφλι εκείνης της πανέμορφης μονοκατοικίας ενός πανέμορφου γραφικού χωριού που έχω τη τιμή και τη τύχη να αποκαλώ σπίτι μου μου είπε για άλλη μία φορά ο πατέρας μου,
''Πάντα βρίσκεις τον πιο δύσκολο δρόμο για να κάνεις όσα θες.''
ενώ η μάνα μου μου είπε,
'' Έχεις περάσει και δυσκολότερα αγόρι μου.''
Κάθε φορά που το αναφέρω αυτό λοιπόν όλοι το λαμβάνουν αρνητικά, εγώ διαφωνώ.
Η μάνα μου και ο πατέρας μου λοιπόν είναι δύο άνθρωποι που αν ίσως κάποιος τους γνώριζε να μη πίστευε ποτέ πως είναι μαζί. Ο πατέρας μου είναι αυθόρμητος, βιαστικός, παθιασμένος, έντονος, η μητέρα μου είναι εύστροφη, υπομονετική, τακτική, γλυκιά.
Πάντα, ειδικά ως παιδί, ήθελα οι γονείς μου να είναι ερωτευμένοι, ήθελα να είναι χαρούμενοι. 'Οσο μεγάλωνα έβλεπα και καταλάβαινα τις δυσκολίες, τα οικονομικά, τους φόρους, τα δάνεια, τους λογαριασμούς, το ''Όχι Τζο, θέλουμε αλλά δεν μπορούμε'', είδα τη φθορά.
Ένα βράδυ και ενώ είχαμε τελειώσει με τις ημερήσιες δουλειές καθήσαμε σε ένα τραπέζι, φάγαμε και ενώ η μικρή μου αδερφή πήγε για ύπνο, βάλαμε λίγο τσίπουρο. Ήπιαμε ένα, δύο, μπορεί και τρία. Κάπως ελαφρύναμε, είχε φύγει το άγχος και η πίεση και τότε ο πατέρας μου ρώτησε,
-Σου έχω πει ποτέ πως γνωριστήκαμε;
-Κάτι ψιλά, απάντησα.
-´Ημουν σε ένα άγνωστο σπίτι, άγνωστο και γνωστό μαζί δηλαδή, με μερικούς φίλους, με είχε καλέσει μία κοπέλα και εγώ πήγα για να τη γνωρίσω καλύτερα. Μιλούσαμε λοιπόν και ενώ υπήρχε ο κλασσικός διάλογος γνωριμίας του από που είσαι και που πας, πόσο καιρό είσαι εδώ και με τι ασχολείσαι ενώ είχαν βάλει στο κασετόφωνο να παίζει David Bowie,τοτε την είδα, ήταν ότι ομορφότερο είχα δει, ήταν ο αέρας που έψαχνα και παράτησα τα πάντα και τους πάντες απλά για να τη γνωρίσω. Αυτή ήταν η μητέρα σου, το Λιτσάκι μου, η κοπέλα που όταν την είδα είπα μέσα μου πως εγώ αυτή θα τη κάνω γυναίκα μου.
Δεν το κατάλαβα τότε, δεν κατάλαβα τι εννοούσε, δεν κατάλαβα τι ένιωσε, δεν κατάλαβα αν τα έλεγε για να τα πει ή αν τα εννοούσε, καταλαβα οτι η μάνα μου χαμογέλασε, δάκρυσε και τον φίλησε.
Μήνες μετά απο αυτό, ίσως και χρόνια, η μνήμη μου βλέπετε έχει αρχίσει να με απατά, βρεθήκαμε σε έναν γάμο, δικού μας ανθρώπου, αγαπημένου και τότε το είδα, τότε το κατάλαβα.
Ο πατέρας μου έδωσε το χέρι στη μάνα μου για να χορέψουνε ενώ η ορχήστρα έπαιζε ένα βαλσάκι απο εποχές που ο έρωτας ήταν κάτι πιό αγνό, πιό ξεκάθαρο. ´Ολα ήταν στα μάτια τους, την κοιτούσε σαν να ήταν ότι είχε στον κόσμο, σαν να του είχε χαρίσει κάθε υπαρκτή και ανύπαρκτη ευτυχία και εκείνη τον κοιτούσε σαν να της έδωσε μία ζωή χαρούμενη, γεμάτη αγάπη, γεμάτη φροντίδα και τότε αγκάλιασαν ο ένας τον άλλον και δεν μπορούσα να καταλάβω ακριβώς το τι έβλεπα καθώς δάκρυα έτρεχαν σαν χείμαρρος από τα μάτια μου, ήσυχα, χωρίς να πονάνε, ήμουν περήφανος, ήμουν χαρούμενος, ο πατέρας μου την στριφογύρισε στα χέρια του, η μάνα μου γέλασε και εγω ήξερα πως αυτό ήθελα στη ζωή μου, τίποτα λιγότερο, τίποτα χωρίς νόημα γιατί τα πάντα υπήρχαν σε έναν έρωτα και το έβλεπα μπροστά μου σαν ένα θαύμα του κόσμου ξεχασμένο στις κοιλάδες του συνηθισμένου που έλαμπε στα μάτια μου ο ανθρώπινος έρωτας και η αγάπη.
Κάπως έτσι κατέληξα ανυπόφορα ρομαντικός, ήμουν δηλαδή αλλά κάπου εκεί νομίζω καθορίστηκα.
Ίσως αυτή την ιστορία την έχω ξαναπεί, ίσως και όχι, το σίγουρο είναι πως αν ποτέ με βρείτε για μπύρα σε εκείνο το ξεχασμένο ροκάδικο στη θεσσαλονίκη στη γωνία μπορώ να σας τη πω όπως τη λέω κάθε φορά που κάποιος ξεστομίζει πως ''δεν υπάρχει πια έρωτας''.