Το Μαρικάκι μου.
Έχω τη τάση να θυμάμαι τους ανθρώπους και όχι τα τυπικά. Μπορεί να χάνω τα γενέθλια τους και που και που να μου διαφεύγει το χειρότερό τους φαγητό. Θυμάμαι πάντα όμως στιγμές, θυμάμαι το δέσιμο και τα έθιμα που φτιάξαμε μαζί.
Είχα γυρίσει σπίτι καιρό. Ήξερα πως ήταν για λίγο αλλά η ζωή μου ήταν πια εκεί. Η δουλειά μου ήταν 45 λεπτά μακριά, το νοσοκομείο τότε μου φαινόταν τρομακτικό και οι βάρδιες απέραντες. Δεν σταματούσα ποτέ να αγχώνομαι. Να ένα βασικό αρνητικό μου. Αγχώνομαι και χαλιέμαι για πράγματα που είναι εκτός του ελέγχου μου. Αφού λοιπόν τελείωνα με τη βάρδια μου, είτε ήταν 8ωρη, είτε 24ωρη, είτε 48ωρη, (ας μη συνεχίσω καθώς έχω κάνει και χειρότερα, με καταλαβαίνετε συνάδελφοι)έπαιρνα ένα καφέ από το κυλικείο από την Ηλιάνα και λέγαμε τα συναυλιακά μας. Έμπαινα στο Άουρις και οδηγούσα με τη μουσική στη διαπασών για να αποφύγω κάθε πονηρό κάλεσμα του Μορφέα. Έφτανα στο σπίτι γύρω στις 10 το πρωί, μέσα στα νεύρα, μέσα στο ζόρι και την απογοήτευση
Καθώς περνούσα την είσοδο με το αμάξι, ήξερα πως οι γονείς μου θα ήταν στη δουλειά, η γάτα μου θα κοιμόταν και η αδερφή μου δεν έμενε πια στο σπίτι. Ήταν όμως πάντα εκεί το Μαρικάκι μου. Η γιαγιά μου πάντα με περίμενε, πάντα ανησυχούσε και πάντα όταν γύριζα με περίμενε με ελληνικό καφέ και μερικά κουλουράκια να πούμε ‘’τα νέα μας’’.
-Πως πήγε η δουλειά;
-Άσε ρε γιαγιά, δεν ξέρω αν μπορώ να το αντέξω άλλο αυτό..
-Μια χαρά μπορείς, η κυρά Δήμητρα του Κώστα, ξέρεις η Κώσταινα, ήρθε λέει στο νοσοκομείο και τη βοήθησες πολύ και ήρθε εδώ να μου πει ΄΄Μπράβο για το παιδί σας΄΄.
-Τι μας νοιάζει ρε γιαγιά τώρα η Κώσταινα;
-Ε πως βρε Γιάννη, καλό κάνεις, καλό βρίσκεις. Θες καθόλου λεφτά, είσαι εντάξει;
-Βρε Μαρίκα δουλεύω, καλά είμαι, είμαι άνετος.
-Καλά πάντως άμα θες τίποτα να μου πεις, εδώ είναι η γιαγιά. Τι φαγητό θες να σου φτιάξω σήμερα;
Καθόταν και με άκουγε όταν έπαιζα στο μπαλκόνι κιθάρα και χειροκρόταγε που και που. Της άρεσε όταν χόρευα ζεμπέκικο, όπως το έλεγε και λάτρευε να μου λέει ιστορίες από όταν ήμουνα μωρό.
-Βρε εδώ ήσουν και είχε φέρει ο συγχωρεμένος ο παππούς σου κάτι νταμιτζάνες γεμάτες τσίπουρο και κρασί δικό μας. Τον είδες που πόνεσε η μέση του και πήγες μωρό παιδί και έπαιρνες τις νταμιτζάνες δύο-δύο και γελούσαμε και έλεγε ‘’δες Μαρίκα, δες τι παιδί βγάλαμε’’. Πολύ σε αγαπούσε.
Τα έλεγε όλα αυτά και μετά πήγαινε στο μπαξέ. Τσάπιζε και πρόσεχε όλα τα φυτά και τα λαχανικά της. Μας πρόσεχε και ας ήταν πολλές φορές ξεροκέφαλη. Η αγάπη ανάβλυζε από μέσα της σαν θαύμα συντριβάνι που λίγοι, και καλοί, αναγνωρίζαμε.
Δεκαπενταύγουστο έβαζα πάντα ρεπό. Όλοι κάπου ήταν αλλά εγώ και το Μαρικάκι μου βγαίναμε ‘’ραντεβού’’. Πηγαίναμε σε όποιο μέρος ήθελε για να φάμε, την έκανα βόλτα με το αμάξι και πριν γυρίσουμε πίσω σταματούσαμε σε όποιο ανθοπωλείο ήθελε και της έπαιρνα ότι φυτά αγαπούσε. Το λάτρευε.
--Δεν είμαι για να τα γράφω αυτά, η καρδιά μου δεν αντέχει και πολύ πλέον.--
Τη τελευταία φορά που βγήκαμε, μας πήρε και σταματήσαμε κάπου στη μέση του δρόμου σε ένα άκυρο ανθοπωλείο κοντά στο βουνό.
-Γιάννη αυτό εδώ μ’αρέσει! Μ’αρέσει και αυτό! Ποιό να πάρω;
-Πάρτα και τα δύο ρε Μαρίκα! Το δώρο σου είναι!
Και πήγε η πονηρή, και πήγε και είδε τις τιμές και δίστασε για τα λουλούδια. Εγώ της τα πήρα και τα πρόσεχε σαν τα μάτια της. Τα πρόσεχε κάθε φορά αλλά αυτά λίγο παραπάνω, λίγο πιο πολύ, λες και ήξερε πως ήταν τα τελευταία μας.
Το Μαρικάκι μου, που καμία στα μάτια της δεν ήταν αρκετά καλή για εμένα.
Το Μαρικάκι μου, που είτε παχύς ήμουν, είτε αδύνατος, μου έφτιανε πίτες να πάρω στη δουλειά.
Το Μαρικάκι μου, που με μεγάλωσε όταν δουλεύαν όλοι και μου κρατούσε πάντα τη τελευταία της μπουκιά από τα φαγητά που μου άρεσαν και μου έλεγε ψέμματα πως δεν μπορεί να φάει άλλο για να φάω εγώ, είτε ήμουν πέντε, είτε δεκαπέντε, είτε εικοσι πέντε, ακόμα και πριν λίγο που κόντευα τα τριάντα.
Το Μαρικάκι μου που πάντα μου έκανε παραγγελίες να της φέρω φαί από έξω και το κάναμε κρυφά γιατί είχε χοληστερίνη και το Μαρικάκι μου που στους γάμους τη σήκωνα και χορεύαμε και τη χαιρόμουν που χαμογελούσε.
Φέτος λοιπόν, είναι ο πρώτος δεκαπενταύγουστος χωρίς το Μαρικάκι μου και μου λείπει τραγικά.
Δεν μπορώ να τη βγάλω πια τα ραντεβού μας, ούτε να τη χορέψω, δεν μπορώ να τη πάω βόλτα, ούτε να της γκρινιάξω. Έμειναν σε εμένα οι μνήμες, η βέρα και οι συνταγές της που μου έλεγε στο κρεβάτι του νοσοκομείου πριν μου φύγει. Μου έμεινε μία πανέμορφη παιδική ηλικία και μου έμαθε πως είναι να σε αγαπάει κάποιος ατόφια. Ότι και να έλεγα, ότι και αν έκανα, με αγαπούσε κάθε μέρα και την αγαπούσα και εγώ.
Τα λέμε Μαρικάκι μου, τα φιλιά μου στον Γαλανά. Δεν φοβάμαι, θα προσέχω και σας αγαπώ.