Κασετόφωνο - Smokey Bars Playlist

Τα Χρόνια Μετά Τα Καλύτερά μου Χρόνια:Κεφάλαιο 7

Share
Τα Χρόνια Μετά Τα Καλύτερά μου Χρόνια:Κεφάλαιο 7

Το πρωί αποφάσισα πως ίσως να έχει φτάσει ο καιρός να σταματήσω να ξυπνάω με πονοκέφαλο και ενοχές. Το μέλλον απέδειξε πως πολύ σύντομα ξέχασα αυτή την απόφαση. Το διαμέρισμα μπορεί να μην είχε μπαλκόνι αλλά είχε πολλά και μεγάλα παράθυρα, με ξύπνησε το νιαούρισμα της γάτας μου και το φως από έξω.

Η γάτα μου. Δεν ήταν ‘’δική μου’’, ήταν η συγκάτοικος μου, μακριά από γονείς και φίλους, το στήριγμά μου. Λευκή, πορτοκαλί και κομμάτι μαύρη, μία ζωηρή μουσούδα και μάτια που θύμιζαν άγνωστο και καταπράσινο, πανέμορφο, αστερισμό. Είχε μία μαγεία αυτό το γατί, από τη μέρα που το υιοθέτησα από τη φιλοζωική ήξερε πότε να έρθει κοντά μου, ήξερε πότε ήμουν ζορισμένος, θλιμμένος, αγχωμένος. Με πρόσεχε πιο πολύ από ότι τη πρόσεχα εγώ. Το όνομα της ήταν Μέριλυν και νομίζω ήταν το πρώτο πλάσμα που μπήκε τόσο αβίαστα και εύκολα στο κέντρο της καρδιάς μου. Η Μέριλυν δεν με έκρινε, δεν μου έλεγε τι έκανα λάθος ή σωστά. Νιαούριζε όταν ήθελε φαγητό και παιχνίδι και γουργούριζε στο στήθος μου όταν η καρδιά μου δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να συνεχίσει να χτυπά.

Εκείνο το πρωί με ξύπνησε ήρεμα, την κατάλαβα να ανεβαίνει πάνω μου και να νιαουρίζει μαλακά πριν βάλει τη μουσούδα της στο αυτί μου. Τη πήρα στα χέρια μου και έκανα όσα με κρατούσαν δέκα μικρά βήματα μακριά από το να τρελαθώ. Άλλαξα το νερό και το φαγητό της, καθάρισα την άμμο της, βρήκα τα παιχνίδια της και συμμάζεψα τον μικρό χαμό που έκανε το βράδυ ενώ εγώ ήμουν knocked out από τις ρετσίνες. Είχα πλέον σχέδιο για αυτά τα δύσκολα πρωινά.

Βήμα 1: Ντουζ,

βήμα 2: καφές,

βήμα 3: καλό πρωινό.

Πέταξα τα ρούχα μου στα άπλυτα και έκανα ένα παγωμένο ντουζ ενώ στο ηχείο έπαιζε  Chet Baker, γιατί κάπως έπρεπε να ηρεμήσω το βουητό στο κεφάλι μου. Πλύθηκα, ντύθηκα και το βουητό σταμάτησε ακριβώς μετά τη πρώτη γουλιά κακού σκέτου φραππέ που ήπια. Ο λογαριασμός μου ήταν άδειος. Ο μήνας τελείωνε, εγώ δεν είχα πληρωθεί και το τελευταίο μου κατοστάρικο το είχα φάει σε ποτά και κανά δυο ταξί. Οπότε το πρωινό ήταν ότι θα έβρισκα στο ψυγείο. 2 εξάδες μπύρες, 4 αυγά, και λίγο κοτόπουλο ψητό που είχε περισσέψει. Η ομελέτα με κοτόπουλο ήταν μονόδρομος.

Το ρεπό μου ξεκίνησε ήπια. Χτύπησε το κινητό μου. Ήχο κλήσης τότε είχα το ‘’People Are Strange’’.  Η φωνή του Μόρισσον ακούγοταν λες και ερχόταν από κάποια σπηλιά. Το κινητό είχε πέσει ανάμεσα στο κρεβάτι και το κομοδίνο μου. Για άλλη μία φορά ήμουν τυχερός που δεν έσπασε. Δεν πρόλαβα να το σηκώσω. Το έπιασα για να δω ποιός ήταν αλλά έκλεισε πριν προλάβω, προφανώς και ξέχασα να το φορτίσω. Το έβαλα σε εκείνη την αναθεματισμένη ξεχαρβαλωμένη μπρίζα δίπλα στο κρεβάτι και λίγο αργότερα η οθόνη επιτέλους άνοιξε.

-Έλα καλημέρα

-Τι καλημέρα ρε Τζο, η ώρα είναι 2 το μεσημέρι.

-Ρε Μπάμπη, σε στέλνει η μάνα μου;

-Καλά καλά ντε, μη δαγκώνεις. Ρεππάρεις;

-Ρεππάρω περήφανα, έχω αράξει με το γατί.

-Βράδυ, Εscobar;

-Μπρο δεν έχω μία.

-Κερνάω εγώ αν μου κάνεις μία χάρη. Κάλεσε την Αφροδίτη και τη Ζωή.

-Α, βγαίνουμε επειδή θες να τα πεις με εμένα, τον φίλο σου.

-Λέγε ρε μαλάκα, μέσα;

-Αδερφέ μου, εφόσον μου υπόσχεσαι τζάμπα ποτό, μέσα.

Έκλεισα το τηλέφωνο. Έστειλα ένα μήνυμα στις καινούργιες μας φίλες. Είχα ένα πικάπ τη γωνία και έβαλα να παίξει ο μόνος δίσκος που είχα τότε μαζί μου, AM από Arctic Monkeys. Άραξα στη παλιά πολυθρόνα, το γατί ήρθε και κουρνιάστηκε στα πόδια μου, και συνέχισα τη μπύρα μου. Το πότε ο φραππές αλλάχθηκε με μπύρα, μου είναι άγνωστο.

Η νύχτα δεν άργησε να έρθει και ήμασταν έξω από το μπαρ.

-Άκου φίλε, μου αρέσει πολύ η Αφροδίτη..

-Μη με σκας!

-Καλά ρε γιατί ειρωνεύεσαι τώρα, φαίνεται;

-Μπαμπή, αν απαντήσω, θα με βρίσεις οπότε ας πούμε πως απλά έχω τρελή διαύγεια και εγώ το κατάλαβα.

-Καλά. Ρε συ παίζει να τη πέσεις στη Ζωή σε κάποια φάση για να έχω λίγο χρόνο να της μιλήσω;

-Μπάμπη, στη Ζωή αρέσουν τα κορίτσια πιο πολύ από ότι αρέσουν σε εμένα.

-Α ναι, ε βρείτε κάτι ρε παιδί μου και..

-Μη το σκέφτεσαι τόσο. Θα σε χαλάσει.

Πριν προλάβει να μου απαντήσει τα κορίτσια έφτασαν. Κοίταξαν το μπαρ καλά καλά και μετά εμάς. Το Εscobar ήταν ένα μπαρ ημιυπόγειο με πολύ φθηνό ποτό, σπεσιαλιτέ το ρούμι και τα διάφορα σφηνάκια που στα έφερναν σε 12αδες και πάνω σε μία τεράστια ξύλινη ‘’θήκη’’; Ήταν μικρό από μέσα, ζεστό με χαμηλό φωτισμό, με ξύλινα τραπέζια και μπαρ αλλά πολύ άνετες καρέκλες. Η μουσική ήταν συνήθως κάτι σε ήπιο λάτιν και όσοι δούλευαν εκεί ήταν ευγενέστατοι. Καμιά φορά που το ξενυχτούσαμε μας άφηναν να βάλουμε ότι μουσική θέλαμε και χορεύαμε ως το πρωί.

Καθήσαμε, παραγγείλαμε και η συζήτηση ήρθε πολύ φυσικά. Παρόλο το άγχος του ο Μπάμπης είχε φοβερό χιούμορ και όλοι γύρω του ένιωθαν πολύ γρήγορα άνετα. Η Ζωή μάλλον είχε κάτι αντίστοιχο και οι δυο τους ήταν πραγματικά αχτύπητο δίδυμο. Η Αφροδίτη σιγά σιγά λυνόταν και φαινόταν να ταιριάζει γάντι σε όλο αυτό. Τα κουρασμένα , κατά την αρχή, μάτια της, γέμισαν με σπιρτάδα και χαμόγελο. Οι ώρες περνούσαν σαν νερό, τα ποτήρια άδειασαν και ξαναγέμισαν φορές και φορές και φαινόταν σιγά σιγά να δενόμαστε. Οι νέες φίλες μας ήταν και εκείνες γιατροί στο δεύτερο νοσοκομείο της πόλης, είχαμε κοινούς φίλους και γνωστούς, κοινά ενδιαφέροντα και μέρη, αλλά, ποτέ ως τότε δεν είχαμε βρεθεί.

-Πάμε για κανένα τσιγάρο;

‘’Εγώ δεν καπνίζω’’, είπαμε εγώ και η Ζωή σχεδόν ταυτόχρονα.

-Θα έρθω εγώ για παρέα, είπε η Αφροδίτη.

Όσο έλειπαν, τα λέγαμε με τη Ζωή, ξηγημένο παιδί, είχε δύο υπέροχα σκυλάκια και μία γάτα σίφουνα, ήταν εύκολο να καταλάβεις πως ήταν πανέξυπνη από τον τρόπο που μιλούσε αλλά η ειλικρίνεια και η διαχυτικότητα της ήταν αυτό που σε τραβούσε να θες να γίνεις φίλος της. Είχε ζήσει σε 3 χώρες, ταξίδευε συχνά και σε κάθε της ταξίδι έκανε και από ένα τατουάζ για σουβενίρ.

Πρίν προλάβουμε να συνεχίσουμε τα ηχεία ξεκίνησαν να παίζουν το ‘’We Are The People- Empire of The Sun’’. Η εξώπορτα άνοιξε και ο Μπάμπης και η Αφροδίτη μας έπιασαν από τα χέρια για να χορέψουμε.

Το ποτό μας είχε φτάσει σε αυτή τη μαγευτική και ανάλαφρη ζαλάδα όπου όλα είναι όμορφα και η ζωή είναι για να την απολαμβάνεις. Χορέψαμε, γελάσαμε, και κάπου εκεί κάπως κατάλαβα ότι δενόμασταν.

Ο Μπάμπης και η Ζωή συνέχισαν ενώ εγώ και η Αφροδίτη καθήσαμε για λίγο.

-Τα λέγατε ώρα.

-Ο Μπάμπης είναι φοβερός, θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες.

Όσο μου μιλούσε για τον Μπάμπη, έλαμπε. Δεν μπορούσε να κρύψει ένα μικρό και μόνιμο χαμόγελο και ας προσπαθούσε με νύχια και με δόντια. Η σπίθα, ήταν εκεί.

Δεν είχα δει εντωμεταξύ άνθρωπο να αγαπάει τόσο τη δουλειά του. Ήθελε να γίνει παιδίατρος και μου μιλούσε για τα ΄΄παιδιά της’’ λες και όντως ήταν δικά της. Θυμάμαι να σκέφτομαι πως αν κάποτε κάνω παιδιά, μία τέτοια γιατρός θέλω να τα βλέπει. Είχε μία σχέση εξ αποστάσεως 5 χρόνια τώρα που δεν πήγαινε και εξαιρετικά αλλά το προσπαθούσε. Φαινόταν μαχητής και επίμονη.

Μία θολούρα και δύο χορούς αργότερα ήταν μπροστά μας ένα ταξί, οι νέες φίλες μας μπήκαν μέσα ενώ ήδη είχαμε κάνει πλάνα να ξαναβρεθούμε. Περίμενα το δικό μας όταν μίλησε ο Μπάμπης.

-Άντε ας ξεκινήσουμε;

-Τι να κάνουμε;

-Να ξεκινήσουμε να το πάμε ποδαράτο.

-Μπάμπη τι λες αγόρι μου, τα διαμερίσματα μας είναι κανά σαραντάλεπτο περπάτημα από εδώ.

-Άκου εδώ Τζο, όταν πίνεις και είσαι σε αυτή τη φάση, όλα είναι ένα τσιγάρο δρόμος.

-ΤΙ ΛΕΣ ΑΓΟΡΙ ΜΟΥ;

-Αυτό που σου λέω, πάμε!

Ενοχλημένα και διστακτικά ξεκίνησα. Μου είπε πως προσπάθησε να τη πέσει στην Αφροδίτη και πως εκείνη ξεκαθάρισε πως ενώ τον συμπαθεί πολύ, έχει σχέση και πως κάπου εκεί το θέμα τελείωνε. Ο Μπάμπης είχε μία βαθειά αδυναμία, τις δυναμικές και αποφασιστικές γυναίκες. Ενώ λοιπόν σεβάστηκε τη κατάσταση, η φωτιά μέσα του φούντωσε και αγρίεψε παραπάνω. Τη θυμάμαι αυτή τη φλόγα, νομίζω κάποτε την είχα νιώσει και εγώ. Πέρασαν 40 λεπτά στα οποία ο Μπάμπης μιλούσε για την Αφροδίτη λες και μιλούσε για κάποιον πίνακα που πρώτη φορά κάποιος αντίκρισε και τον λάτρεψε. Φτάσαμε κάτω από το διαμέρισμα του που ήταν πιο κοντά και καληνυχτίσαμε ο ένας τον άλλο. Είχα άλλα 5 λεπτά περπάτημα μέχρι το σπίτι μου και αυτά τα 5 έγιναν 10 γιατί θυμάμαι να σκέφτομαι και να αναρωτιέμαι.

Αυτό που είδα σήμερα τι ήταν; Ήταν το ίδιο πράγμα του οποίου την ύπαρξη προσπαθούσα να αμφισβητήσω; Είδα να γεννιέται έρωτας ή το μυαλό μου έπαιζε παιχνίδια ελπίδας;

Ανέβηκα στο σπίτι, έβαλα φαγητό στη Μέριλυν και τη φίλησα για καληνύχτα άν και ήξερα πως πάλι θα ερχόταν στο κρεβάτι να κοιμηθούμε μαζί. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα πάλι ζαλισμένος, ζαλισμένος αλλά θυμάμαι πως κοιμήθηκα χαρούμενος. Είχα καιρό να κοιμηθώ έτσι.

Read more

Η βρωμοστομούσα

Η βρωμοστομούσα

Την προηγούμενη εβδομάδα σας άφησα χωρίς υγρά όνειρα, το ξέρω. Απολογούμαι. Ήθελα να μοιραστώ κάτι όμορφο. Βασικά δεν ήθελα, ο Άλεξ με ανάγκασε. Αλλά, καλά! Άφησα ένα κομμάτι μου και άμα κατάλαβες, κατάλαβες, αρχίδι που το διάβασες! Έχω πολλές ιστορίες να μοιραστώ. Μέχρι τώρα μοιράζομαι κυρίως πουτσοϊστορίες (εκτός από κάτι

By Diphylleia
Καλό μέλλον

Καλό μέλλον

Μέσα σε μια φυσούνα, και στο χέρι ταυτότητα και ένα εισιτήριο επιβίβασης. Εδώ ανήκω μάλλον. Το «πρέπει να συνεχίσεις τη ζωή σου» που μου έριξες τότε ήταν η αφορμή που είμαι εδώ, και θα το τιμήσω. Ευχαριστώ, αδελφέ. Μην το επαναλαμβάνεις όμως, γιατί πονάει. Αν και σου το έκανα βέβαιο

By Diphylleia
Όλα είναι για καλό, για το καλύτερο

Όλα είναι για καλό, για το καλύτερο

Κάποια πράγματα τελειώνουν, κάποια πράγματα αρχίζουν, κάποια πράγματα ευτυχώς δεν ξεκίνησαν και έκαναν χώρο για όσα χρειαζόσουν Και εν τέλη η ζωή, πάντα κάπως προχωράει Και τα πράγματα αλλάζουν και αλλάζεις και εσύ μαζί τους Δεν είναι εύκολο, πότε δεν είναι εύκολη η αλλαγή Μα το κάνεις ξανά και ξανά,

By Joe
Τα Χρόνια Μετά Τα Καλύτερά μου Χρόνια. Κεφάλαιο 8

Τα Χρόνια Μετά Τα Καλύτερά μου Χρόνια. Κεφάλαιο 8

-Και σήμερα γιατί ήρθατε στα επείγοντα; -Άκου φίλε, εγώ είχα έρθει γιατί έπεσα από κάτι σκαλιά και χτύπησα τη μέση μου, οι μασώνοι εδώ μέσα με πήρανε και μου κάνανε ακτίνες, ακτίνες Χ δηλαδή, να σου πω, δεν πιστεύω να είσαι και εσύ της ΝΈΑΣ ΤΆΞΗΣ; -Όχι όχι, εγώ με

By Joe