Καρποφορεί
*Εδώ αφήνω ένα κομμάτι μου. Ένα κομμάτι από ένα κορίτσι που ήθελε να ανθίσει. Ένα κορίτσι που θα μάθει το σώμα, τη λαχτάρα, την ηδονή, τη ντροπή.
-
Ιούνιος, ζεστός θαλασσερός, απογευματινός
δεκαπέντε εγώ παραπάνω αυτός.
Στο πλήθος άγνωστος αυτός μοναδικός
ματιές, αγγίγματα, για φιλήματα νοήματα
να χορεύεις, να χορεύω, να χορεύουμε
να με θέλεις τρελά ποιητικά.
«Έλα, μένω στο δεκαεφτά. Έλα, βραδιάτικα ερωτικά.»
Ξενύχτι ξέφρενο με φουρνιστά σ’ ένα κρεβάτι φτιαχτό τουριστικό,
Σε θέλω εκεί, σε θέλω πλάι, σκυφτή, σε θέλω εδώ
αισθήματα πρωτόγνωρα φανταστικά ξένα σεξ-πηρικά
άγνωστα φιλιά και πάλι τόσο γνώριμα·
δεν πλαγιάσαμε
ούτε με κοίταζες στα μάτια βαθιά ερωτικά.
Δεν ειδωθήκαμε ξανά.
Δεκαπέντε εγώ, παραπάνω εσύ,
δεκαέξι εγώ, παραπάνω αυτοί,
δεκαεπτά, δεκαοκτώ, δεκαεννιά.
Και τη βλέπω, αυτήν τη γυναίκα εκεί στα μάτια να με κοιτά γυμνή
μαύρα μακριά σγουρά φουντωτά και αυτά ερωτικά
είσαι εγώ, είμαι εσύ.
Το χέρι της αργά μαλακά στο στήθος δεξιά
στον λαιμό, στα μαλλιά, τα σγουρά τα φουντωτά.
Με αγγίζω, με κοιτάζω, με ερωτεύομαι, όπως αυτοί, με κάνω να τρελαίνομαι!
Το χέρι μου πορεύεται σε μέρη χαμηλά ευαίσθητα και ζωντανά
και είναι έξω φθινόπωρο κι ανατριχιάζω
και εκείνη η γυναίκα η γυμνή στον καθρέπτη θαμπώνει
της ηδονής η αναπνοή αγριώνει
χείλη ρόδινα μισοδαγκωμένα, μεσ’ τον βοριά τρυφερά αγαλιάζω.
Έτσι με αγάπησα, μέσα σ’ έναν βοριά
κι έγινα η μελωδία μιας λουλουδιασμένης αμυγδαλιάς.
Κι όσο ψηλώνεις, τόσο μεστώνεις
κι όσο μεστώνεις, τόσο ημερώνεις
κι όσο ανθίζεις, τόσο γεμίζεις
κι όσο γεμίζεις, τόσο ελπίζεις.