Τα χρόνια μετά τα καλύτερά μου χρόνια. Κεφάλαιο 1

Share

Δεν ήξερα που βρισκόμουν,δηλαδή γεωγραφικά, ηξερα,πίσω εκεί που ξεκίνησαν όλα, πισω στο μέρος όπου δημιουργήθηκε εκείνο το όνειρο. Δεν ήξερα που βρισκόμουν στη ζωή μου. Νομίζω η πρώτη στιγμή που κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά ήταν όταν άφησα το διαμέρισμα στην αδερφή μου και έφυγα, χωρίς τα κλειδιά, ίσως πάλι να ήταν το αντίο που είπαμε και εκείνη η φευγαλέα αγκαλιά, 2 ημέρες πριν, σε εκείνο το ελληνικό ταβερνάκι έξω από τη πόλη. Κάτι δεν πήγαινε καλά, αυτό ηταν;

-Πως ήταν το ταξίδι;;

-Καλα ήταν μάνα, 4 ώρες Σόφια- Θερινό, το έχεις ξανακουσει;

-Ρε Πετρή μου..

Πετρής είναι ο πατέρας μου, γνωστός γκαζιαρης και πολύ περήφανος για αυτο. Η ανήσυχη κυρία από επάνω είναι η μητέρα μου η Εύα, ευγενική και πιο ευαίσθητη από άνθρωπο που αρχίζει και χάνει τα μαλλιά του στα 22.

-Μάνα, θα ανέβω λίγο επάνω να πέσω.

-Κάτσε πρώτα να φάμε όλοι μαζί Τζο, δεν γυρνάς κάθε μέρα στο πατρικό σου και η μάνα σου έφτιαξε τόσο φαγητό.

Ο Τζο είμαι εγώ.

Μετά από 7 χρόνια σπουδές, γύρισα πίσω στο πατρικό μου. Για δύο ολόκληρα χρόνια. Ακόμα το χωνεύω.

Μερικά πράγματα που ίσως ενδιαφέρουν τον αναγνώστη και οσονουπω φίλο μου, είμαι 25, εχω μια γάτα ,τη Μαίρη, μόλις πήρα το πτυχίο της ιατρικής και έχω 4 χρόνια σχέση, ή μάλλον, είχα. Ακόμα το συνηθίζω και αυτό. Με περιμένει μια δουλειά στο Γενικό Νοσοκομείο Ελυσσού την οποία ξεκινάω σε 3 ημέρες, χρόνος αρκετός για να δω θείες,θείους και λοιπό οικογενειακό κύκλο τον οποίο έχω να δω αν όχι 10ετια, σίγουρα 7ετια.

Το τηλέφωνο χτύπησε, ευτυχώς, για να με ταρακουνήσει λίγο.

-Έλα ρε Χρήστο, παιδικός μου φίλος, ο παλαιότερος των παλαιών,σπούδασε κάτι που ανάθεμα αν και αυτός θυμάται τι, δισκοθέτης πλέον στο νησί των ανέμων, τα καλοκαίρια, γιατί το υπόλοιπο ειναι,χμ, τι ακριβώς είναι;

-Καλά ρε είσαι σοβαρός; Γυρνάς πίσω και αντί να είμαστε ήδη για μπύρα κάθεσαι και μιζεριάζεις;

-Ρε Χρήστο, μόλις..

-Σκάσε, μη βγάλεις άλλη κουβέντα, ετοιμάσου και έρχομαι να σε πάρω, οι άλλοι ήδη μας περιμένουν.

Χωρίς να το καταλάβω βρισκόμουν 10 χρόνια πίσω, το ίδιο ετοιμόρροπο ροκ μπαρ στην άκρη του χωριού και οι ίδιοι, αγαπημένοι μου, άνθρωποι.

-Νίκο, σήμερα κερνάει ο Τζο επειδή γύρισε οπότε μόλις βλέπεις τις μπύρες να αδειάζουν απλά φέρε τις επόμενες!

-Ρε Χρήστο, μόλις ήρθε, άσε πρώτα να πούμε δυό κουβέντες, άλλωστε τον βλέπεις, έχει τα χάλια του από την αυπνία.

Αυτός είναι ο Γιώργος, ευαίσθητος, πανέξυπνος και φανταστικός μουσικός, ήμασταν σε μία μπάντα μαζί παλιά η οποία κάπου χάθηκε αλλά εμείς παραμείναμε σαν αδέρφια. Για την ώρα έκανε μαθήματα στο τοπικό ωδείο αλλά όλοι ήμασταν σίγουροι ότι μία μέρα θα εξαφανιζόταν στα μεγάλα σαλόνια της τζάζ κάπου στην Ευρώπη.

-Άσε με μωρέ, πάντα έτσι είναι αυτός από τότε που χώρισε.

-Μάγκες είμαι μία χαρά.

-Έτσι είναι το καλά Τζο μου;

Ακούστηκε μία φωνή απο πίσω μου, ήταν ο Αλέξης, ένα παιδί μάλαμα που μόλις πριν ένα μήνα είχε απολυθεί απο τον στρατό και απο δίπλα του πλησίαζε και ο Δημήτρης, ο πιο σοβαρός τη παρέας, ένας άνθρωπος ο οποίος δεν μασούσε τα λόγια του, όυτε και τα σπαταλούσε.

-Απαρτία λοιπόν, δουλειές εσείς όλοι δεν έχετε;

-Έχουμε αλλά δεν επισκέπτεσαι συχνά άσωτε, είπε κοφτά ο Δημήτρης.

-Ναι, αυτό είναι το θέμα, αυτή τη φορά δεν επισκέπτομαι, έκλεισε η δουλειά στον Ελυσσό, 24 μηνες..

Νομίζω δεν έχω δει ποτέ 4 άτομα τόσο συχγρονισμένα σοκαρισμένα. Άλλωστε εγώ ήμουν αυτός που μιλούσε για εξωτερικά, για Ευρώπη, για Αφρική, για όνειρα άπιαστα. Επίσης αυτός που έλεγε οτι δεν θα γυρίσει πίσω στο Θερινό πριν σβήσει ο ήλιος, ε, μάλλον θα έσβησε.

-Κάτσε κάτσε, 2 χρόνια στον Ελυσσό; Που θα μένεις, τι θα..

-Που να μένω ρε Γιώργο, στο πατρικό μου,τα λεφτά δεν είναι αρκετά για να νοικιάσω και ειναι μόνο μισή ώρα οδήγηση.

-Κοσμοιστορικά γεγονότα κυρίες και κύριοι, Νίκο, πιάσε μια γύρα τεκίλες!

Όταν ήρθαν τα σφηνάκια ένιωθα οτι όλοι ήθελαν να ρωτήσουν αλλά όλοι ένιωθαν άβολα οπότε ξεκίνησα μόνος.

-Χωρίσαμε γιατί νομίζω είχαμε γίνει ανυπόφοροι ο ένας για τον άλλο, ίσως εγώ λίγο πιο ανυπόφορος από ότι εκείνη. Δεν υπήρχαν πλέον γλυκά πρωινά, δεν υπήρχε ζεστός καφές και έρωτας, υπήρχα εγώ που ροχάλιζα, νεύρα το πρωί και μία μόνιμη διαμάχη για πράγματα σημαντικά και ασήμαντα ταυτόχρονα. Είχε χαθεί η σπίθα, εκείνη η όρεξη για να βγούμε έξω το βράδυ, να εξερευνήσουμε τη πόλη και να ύστερα να καταλήξουμε σε εκείνο το μπαρ στη Ρακόβσκι με δύο παλιόμπυρες να βγάζουμε τη ψυχή μας. Δεν ξέρω αν φταίω, αν φταίει ή αν φταίμε, ξέρω ότι είναι αβάσταχτο να βλέπεις τον άνθρωπο σου να σε κοιτάει πια σαν υποχρέωση, σαν να μην υπήρξε έρωτας ποτέ,

κάπου εκεί άρχισα να νιώθω ένα ψυχρό τρέμουλο,

-Γιατί υπήρξε ρε γαμώτο και το προσπάθησα όσο μπορουσα αλλά κάθε μέρα ένιωθα πως δεν φτάνω πλέον, πως ότι και αν έκανα ήταν μάταιο, ότι και αν έλεγα ήταν λάθος και πως κάθε μου κίνηση απλά μας έφερνε ακόμα πιο μακριά.

Πήρα μια βαθειά ανάσα, προσπάθησα να με περιορίσω.

-Έκανα, νομίζω, όσα λάθη μπορούσα να κάνω και κάθε φορά έκανε υπομονή μαζί μου, ίσως στο τέλος απλά να κουράστηκε και εκείνη όπως είχα κουραστεί και εγώ. Νίκο, άλλη μία τεκίλες σε παρακαλώ.

Τσουγκρήσαμε γλυκόπικρα, οι φίλοι μου δεν μίλησαν πολύ, με χτύπησαν στη πλάτη, έκαναν μερικά απο τα χειρότερα αστεία τους και νομίζω εκείνη ήταν η στιγμή που κατάλαβα οτι μπροστά μου έχω μία νέα αρχη.

6:30 χτύπησε το ξυπνητήρι. Έβαλα τα ρούχα μου, μπήκα στο αμάξι και έβαλα Παυλίδη στη διαπασών. Ενώ ο Παύλος λοιπόν ξεστόμιζε τη φράση ''το πιο ωραίο είναι το επόμενο λιμάνι..'' έφτασα στο νοσοκομείο.

-Καλημέρα σας, πάρτε ενα χαρτάκι και περιμένετε.

Ήταν παχιά, με σγουρό κόκκινο μαλλί και ένα τεράστιο κούτελο.

-Μα εγώ δεν..

-Υπάρχουν τόσοι ασθενείς κύριε, θα εξυπηρετηθείτε με τη σειρά.

-Ναι αλλά δεν θέλω να..

-Καθίστε παρακαλώ!

-Μάλιστα.